Κλίση του ρήματος πανικοβάλλω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

πανικοβάλλω
to cause panic
Πλήρης κλίση του ρήματος πανικοβάλλω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ πανικοβάλλω
εσύ πανικοβάλλεις
αυτός/αυτή/αυτό πανικοβάλλει
εμείς πανικοβάλλουμε
εσείς πανικοβάλλετε
αυτοί/αυτές/αυτά πανικοβάλλουν / πανικοβάλλουνε

Παρατατικός

εγώ πανικόβαλλα
εσύ πανικόβαλλες
αυτός/αυτή/αυτό πανικόβαλλε
εμείς πανικοβάλλαμε
εσείς πανικοβάλλατε
αυτοί/αυτές/αυτά πανικόβαλλαν / πανικοβάλλαν / πανικοβάλλανε

Αόριστος

εγώ πανικόβαλα
εσύ πανικόβαλες
αυτός/αυτή/αυτό πανικόβαλε
εμείς πανικοβάλαμε
εσείς πανικοβάλατε
αυτοί/αυτές/αυτά πανικόβαλαν / πανικοβάλαν / πανικοβάλανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα πανικοβάλλω
εσύ θα πανικοβάλλεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πανικοβάλλει
εμείς θα πανικοβάλλουμε
εσείς θα πανικοβάλλετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πανικοβάλλουν / θα πανικοβάλλουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα πανικοβάλω
εσύ θα πανικοβάλεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πανικοβάλει
εμείς θα πανικοβάλουμε
εσείς θα πανικοβάλετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πανικοβάλουν / θα πανικοβάλουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να πανικοβάλω
εσύ να πανικοβάλεις
αυτός/αυτή/αυτό να πανικοβάλει
εμείς να πανικοβάλουμε
εσείς να πανικοβάλετε
αυτοί/αυτές/αυτά να πανικοβάλουν / πανικοβάλουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω πανικοβάλει
εσύ έχεις πανικοβάλει
αυτός/αυτή/αυτό έχει πανικοβάλει
εμείς έχουμε πανικοβάλει
εσείς έχετε πανικοβάλει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πανικοβάλει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα πανικοβάλει
εσύ είχες πανικοβάλει
αυτός/αυτή/αυτό είχε πανικοβάλει
εμείς είχαμε πανικοβάλει
εσείς είχατε πανικοβάλει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πανικοβάλει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω πανικοβάλει
εσύ θα έχεις πανικοβάλει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πανικοβάλει
εμείς θα έχουμε πανικοβάλει
εσείς θα έχετε πανικοβάλει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πανικοβάλει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) πανικόβαλλε
(εσείς) πανικοβάλλετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) πανικόβαλε
(εσείς) πανικοβάλετε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ πανικοβάλλομαι
εσύ πανικοβάλλεσαι
αυτός/αυτή/αυτό πανικοβάλλεται
εμείς πανικοβαλλόμαστε
εσείς πανικοβάλλεστε / πανικοβαλλόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά πανικοβάλλονται

Παρατατικός

εγώ πανικοβαλλόμουν / πανικοβαλλόμουνα
εσύ πανικοβαλλόσουν / πανικοβαλλόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό πανικοβαλλόταν / πανικοβαλλότανε
εμείς πανικοβαλλόμασταν / πανικοβαλλόμαστε
εσείς πανικοβαλλόσασταν / πανικοβαλλόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά πανικοβάλλονταν / πανικοβαλλόντουσαν

Αόριστος

εγώ πανικοβλήθηκα
εσύ πανικοβλήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό πανικοβλήθηκε
εμείς πανικοβληθήκαμε
εσείς πανικοβληθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά πανικοβλήθηκαν / πανικοβληθήκαν / πανικοβληθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα πανικοβάλλομαι
εσύ θα πανικοβάλλεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα πανικοβάλλεται
εμείς θα πανικοβαλλόμαστε
εσείς θα πανικοβάλλεστε / θα πανικοβαλλόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πανικοβάλλονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα πανικοβληθώ
εσύ θα πανικοβληθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα πανικοβληθεί
εμείς θα πανικοβληθούμε
εσείς θα πανικοβληθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πανικοβληθούν / θα πανικοβληθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να πανικοβληθώ
εσύ να πανικοβληθείς
αυτός/αυτή/αυτό να πανικοβληθεί
εμείς να πανικοβληθούμε
εσείς να πανικοβληθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να πανικοβληθούν / πανικοβληθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω πανικοβληθεί
εσύ έχεις πανικοβληθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει πανικοβληθεί
εμείς έχουμε πανικοβληθεί
εσείς έχετε πανικοβληθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πανικοβληθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα πανικοβληθεί
εσύ είχες πανικοβληθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε πανικοβληθεί
εμείς είχαμε πανικοβληθεί
εσείς είχατε πανικοβληθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πανικοβληθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω πανικοβληθεί
εσύ θα έχεις πανικοβληθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πανικοβληθεί
εμείς θα έχουμε πανικοβληθεί
εσείς θα έχετε πανικοβληθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πανικοβληθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) πανικοβάλλεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) πανικοβλήσου
(εσείς) πανικοβληθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

πανικοβάλλοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας πανικοβάλει

Μετοχή παρακειμένου

πανικοβλημένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

πανικοβάλει

Απαρέμφατο (παθητικό)

πανικοβληθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.