Κλίση του ρήματος πανηγυρίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

πανηγυρίζω
to celebrate (to honour by rites, by ceremonies of joy and respect, or by refraining from ordinary business; to observe duly)
Πλήρης κλίση του ρήματος πανηγυρίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ πανηγυρίζω
εσύ πανηγυρίζεις
αυτός/αυτή/αυτό πανηγυρίζει
εμείς πανηγυρίζουμε
εσείς πανηγυρίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά πανηγυρίζουν / πανηγυρίζουνε

Παρατατικός

εγώ πανηγύριζα
εσύ πανηγύριζες
αυτός/αυτή/αυτό πανηγύριζε
εμείς πανηγυρίζαμε
εσείς πανηγυρίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά πανηγύριζαν / πανηγυρίζαν / πανηγυρίζανε

Αόριστος

εγώ πανηγύρισα
εσύ πανηγύρισες
αυτός/αυτή/αυτό πανηγύρισε
εμείς πανηγυρίσαμε
εσείς πανηγυρίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά πανηγύρισαν / πανηγυρίσαν / πανηγυρίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα πανηγυρίζω
εσύ θα πανηγυρίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πανηγυρίζει
εμείς θα πανηγυρίζουμε
εσείς θα πανηγυρίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πανηγυρίζουν / θα πανηγυρίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα πανηγυρίσω
εσύ θα πανηγυρίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πανηγυρίσει
εμείς θα πανηγυρίσουμε
εσείς θα πανηγυρίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πανηγυρίσουν / θα πανηγυρίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να πανηγυρίσω
εσύ να πανηγυρίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να πανηγυρίσει
εμείς να πανηγυρίσουμε
εσείς να πανηγυρίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να πανηγυρίσουν / πανηγυρίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω πανηγυρίσει
εσύ έχεις πανηγυρίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει πανηγυρίσει
εμείς έχουμε πανηγυρίσει
εσείς έχετε πανηγυρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πανηγυρίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα πανηγυρίσει
εσύ είχες πανηγυρίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε πανηγυρίσει
εμείς είχαμε πανηγυρίσει
εσείς είχατε πανηγυρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πανηγυρίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω πανηγυρίσει
εσύ θα έχεις πανηγυρίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πανηγυρίσει
εμείς θα έχουμε πανηγυρίσει
εσείς θα έχετε πανηγυρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πανηγυρίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) πανηγύριζε
(εσείς) πανηγυρίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) πανηγύρισε
(εσείς) πανηγυρίστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

πανηγυρίζοντας / έχοντας πανηγυρίσει

Απαρέμφατο

πανηγυρίσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.