to packet
Πλήρης κλίση του ρήματος πακετάρω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ πακετάρω
εσύ πακετάρεις
αυτός/αυτή/αυτό πακετάρει
εμείς πακετάρουμε
εσείς πακετάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά πακετάρουν / πακετάρουνε
Παρατατικός
εγώ πακετάριζα / πακέταρα
εσύ πακετάριζες / πακέταρες
αυτός/αυτή/αυτό πακετάριζε / πακέταρε
εμείς πακετάραμε
εσείς πακετάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά πακετάριζαν / πακετάραν / πακετάρανε / πακέταραν
Αόριστος
εγώ πακετάρισα / πακέταρα
εσύ πακετάρισες / πακέταρες
αυτός/αυτή/αυτό πακετάρισε / πακέταρε
εμείς πακετάραμε
εσείς πακετάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά πακετάρισαν / πακετάραν / πακετάρανε / πακέταραν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα πακετάρω
εσύ θα πακετάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πακετάρει
εμείς θα πακετάρουμε
εσείς θα πακετάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πακετάρουν / θα πακετάρουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πακετάρω
εσύ θα πακετάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πακετάρει
εμείς θα πακετάρουμε
εσείς θα πακετάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πακετάρουν / θα πακετάρουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να πακετάρω
εσύ να πακετάρεις
αυτός/αυτή/αυτό να πακετάρει
εμείς να πακετάρουμε
εσείς να πακετάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά να πακετάρουν / πακετάρουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω πακετάρει
εσύ έχεις πακετάρει
αυτός/αυτή/αυτό έχει πακετάρει
εμείς έχουμε πακετάρει
εσείς έχετε πακετάρει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πακετάρει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα πακετάρει
εσύ είχες πακετάρει
αυτός/αυτή/αυτό είχε πακετάρει
εμείς είχαμε πακετάρει
εσείς είχατε πακετάρει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πακετάρει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω πακετάρει
εσύ θα έχεις πακετάρει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πακετάρει
εμείς θα έχουμε πακετάρει
εσείς θα έχετε πακετάρει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πακετάρει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) πακέταρε / πακετάριζε
(εσείς) πακετάρετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) πακέταρε / πακετάρισε
(εσείς) πακετάρετε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ πακετάρομαι
εσύ πακετάρεσαι
αυτός/αυτή/αυτό πακετάρεται
εμείς πακεταριζόμαστε
εσείς πακετάρεστε / πακεταριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά πακετάρονται
Παρατατικός
εγώ πακεταριζόμουν / πακεταριζόμουνα
εσύ πακεταριζόσουν / πακεταριζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό πακεταριζόταν / πακεταριζότανε
εμείς πακεταριζόμασταν / πακεταριζόμαστε
εσείς πακεταριζόσασταν / πακεταριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά πακετάρονταν / πακεταριζόντουσαν
Αόριστος
εγώ πακεταρίστηκα
εσύ πακεταρίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό πακεταρίστηκε
εμείς πακεταριστήκαμε
εσείς πακεταριστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά πακεταρίστηκαν / πακεταριστήκαν / πακεταριστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα πακετάρομαι
εσύ θα πακετάρεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα πακετάρεται
εμείς θα πακεταριζόμαστε
εσείς θα πακετάρεστε / θα πακεταριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πακετάρονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πακεταριστώ
εσύ θα πακεταριστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα πακεταριστεί
εμείς θα πακεταριστούμε
εσείς θα πακεταριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πακεταριστούν / θα πακεταριστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να πακεταριστώ
εσύ να πακεταριστείς
αυτός/αυτή/αυτό να πακεταριστεί
εμείς να πακεταριστούμε
εσείς να πακεταριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να πακεταριστούν / πακεταριστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω πακεταριστεί
εσύ έχεις πακεταριστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει πακεταριστεί
εμείς έχουμε πακεταριστεί
εσείς έχετε πακεταριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πακεταριστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα πακεταριστεί
εσύ είχες πακεταριστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε πακεταριστεί
εμείς είχαμε πακεταριστεί
εσείς είχατε πακεταριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πακεταριστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω πακεταριστεί
εσύ θα έχεις πακεταριστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πακεταριστεί
εμείς θα έχουμε πακεταριστεί
εσείς θα έχετε πακεταριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πακεταριστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) πακετάρεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) πακεταρίσου
(εσείς) πακεταριστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
πακετάροντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας πακετάρει
Μετοχή παρακειμένου
πακεταρισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
πακετάρει
Απαρέμφατο (παθητικό)
πακεταριστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.