Κλίση του ρήματος παθαίνω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

παθαίνω
to happen to (something negative), be wrong with, suffer, undergo
Πλήρης κλίση του ρήματος παθαίνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ παθαίνω
εσύ παθαίνεις
αυτός/αυτή/αυτό παθαίνει
εμείς παθαίνουμε
εσείς παθαίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά παθαίνουν / παθαίνουνε

Παρατατικός

εγώ πάθαινα
εσύ πάθαινες
αυτός/αυτή/αυτό πάθαινε
εμείς παθαίναμε
εσείς παθαίνατε
αυτοί/αυτές/αυτά πάθαιναν / παθαίναν / παθαίνανε

Αόριστος

εγώ έπαθα
εσύ έπαθες
αυτός/αυτή/αυτό έπαθε
εμείς πάθαμε
εσείς πάθατε
αυτοί/αυτές/αυτά έπαθαν / πάθαν / πάθανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα παθαίνω
εσύ θα παθαίνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα παθαίνει
εμείς θα παθαίνουμε
εσείς θα παθαίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παθαίνουν / θα παθαίνουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα πάθω
εσύ θα πάθεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πάθει
εμείς θα πάθουμε
εσείς θα πάθετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πάθουν / θα πάθουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να πάθω
εσύ να πάθεις
αυτός/αυτή/αυτό να πάθει
εμείς να πάθουμε
εσείς να πάθετε
αυτοί/αυτές/αυτά να πάθουν / πάθουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω πάθει
εσύ έχεις πάθει
αυτός/αυτή/αυτό έχει πάθει
εμείς έχουμε πάθει
εσείς έχετε πάθει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πάθει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα πάθει
εσύ είχες πάθει
αυτός/αυτή/αυτό είχε πάθει
εμείς είχαμε πάθει
εσείς είχατε πάθει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πάθει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω πάθει
εσύ θα έχεις πάθει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πάθει
εμείς θα έχουμε πάθει
εσείς θα έχετε πάθει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πάθει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) πάθαινε
(εσείς) παθαίνετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) πάθε
(εσείς) πάθετε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ παθαίνομαι
εσύ παθαίνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό παθαίνεται
εμείς παθαινόμαστε
εσείς παθαίνεστε / παθαινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά παθαίνονται

Παρατατικός

εγώ παθαινόμουν / παθαινόμουνα
εσύ παθαινόσουν / παθαινόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό παθαινόταν / παθαινότανε
εμείς παθαινόμασταν / παθαινόμαστε
εσείς παθαινόσασταν / παθαινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά παθαίνονταν / παθαινόντουσαν

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα παθαίνομαι
εσύ θα παθαίνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα παθαίνεται
εμείς θα παθαινόμαστε
εσείς θα παθαίνεστε / θα παθαινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παθαίνονται

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

παθαίνοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας πάθει

Μετοχή παρακειμένου

παθημένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

πάθει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.