Κλίση του ρήματος παγώνω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

παγώνω
to freeze
Πλήρης κλίση του ρήματος παγώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ παγώνω
εσύ παγώνεις
αυτός/αυτή/αυτό παγώνει
εμείς παγώνουμε
εσείς παγώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά παγώνουν / παγώνουνε

Παρατατικός

εγώ πάγωνα
εσύ πάγωνες
αυτός/αυτή/αυτό πάγωνε
εμείς παγώναμε
εσείς παγώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά πάγωναν / παγώναν / παγώνανε

Αόριστος

εγώ πάγωσα
εσύ πάγωσες
αυτός/αυτή/αυτό πάγωσε
εμείς παγώσαμε
εσείς παγώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά πάγωσαν / παγώσαν / παγώσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα παγώνω
εσύ θα παγώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα παγώνει
εμείς θα παγώνουμε
εσείς θα παγώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παγώνουν / θα παγώνουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα παγώσω
εσύ θα παγώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα παγώσει
εμείς θα παγώσουμε
εσείς θα παγώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παγώσουν / θα παγώσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να παγώσω
εσύ να παγώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να παγώσει
εμείς να παγώσουμε
εσείς να παγώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να παγώσουν / παγώσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω παγώσει
εσύ έχεις παγώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει παγώσει
εμείς έχουμε παγώσει
εσείς έχετε παγώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν παγώσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα παγώσει
εσύ είχες παγώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε παγώσει
εμείς είχαμε παγώσει
εσείς είχατε παγώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν παγώσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω παγώσει
εσύ θα έχεις παγώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει παγώσει
εμείς θα έχουμε παγώσει
εσείς θα έχετε παγώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν παγώσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) πάγωνε
(εσείς) παγώνετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) πάγωσε
(εσείς) παγώστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

παγώνοντας / έχοντας παγώσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

παγωμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

παγώσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.