to consolidate, to establish, to fix, to solidify (to make stronger or more solid; to make stable or firm)
Πλήρης κλίση του ρήματος παγιώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ παγιώνω
εσύ παγιώνεις
αυτός/αυτή/αυτό παγιώνει
εμείς παγιώνουμε
εσείς παγιώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά παγιώνουν / παγιώνουνε
Παρατατικός
εγώ παγίωνα
εσύ παγίωνες
αυτός/αυτή/αυτό παγίωνε
εμείς παγιώναμε
εσείς παγιώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά παγίωναν / παγιώναν / παγιώνανε
Αόριστος
εγώ παγίωσα
εσύ παγίωσες
αυτός/αυτή/αυτό παγίωσε
εμείς παγιώσαμε
εσείς παγιώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά παγίωσαν / παγιώσαν / παγιώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα παγιώνω
εσύ θα παγιώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα παγιώνει
εμείς θα παγιώνουμε
εσείς θα παγιώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παγιώνουν / θα παγιώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παγιώσω
εσύ θα παγιώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα παγιώσει
εμείς θα παγιώσουμε
εσείς θα παγιώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παγιώσουν / θα παγιώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να παγιώσω
εσύ να παγιώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να παγιώσει
εμείς να παγιώσουμε
εσείς να παγιώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να παγιώσουν / παγιώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω παγιώσει
εσύ έχεις παγιώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει παγιώσει
εμείς έχουμε παγιώσει
εσείς έχετε παγιώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν παγιώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα παγιώσει
εσύ είχες παγιώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε παγιώσει
εμείς είχαμε παγιώσει
εσείς είχατε παγιώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν παγιώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω παγιώσει
εσύ θα έχεις παγιώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει παγιώσει
εμείς θα έχουμε παγιώσει
εσείς θα έχετε παγιώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν παγιώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) παγίωνε
(εσείς) παγιώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) παγίωσε
(εσείς) παγιώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ παγιώνομαι
εσύ παγιώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό παγιώνεται
εμείς παγιωνόμαστε
εσείς παγιώνεστε / παγιωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά παγιώνονται
Παρατατικός
εγώ παγιωνόμουν / παγιωνόμουνα
εσύ παγιωνόσουν / παγιωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό παγιωνόταν / παγιωνότανε
εμείς παγιωνόμασταν / παγιωνόμαστε
εσείς παγιωνόσασταν / παγιωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά παγιώνονταν / παγιωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ παγιώθηκα
εσύ παγιώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό παγιώθηκε
εμείς παγιωθήκαμε
εσείς παγιωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά παγιώθηκαν / παγιωθήκαν / παγιωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα παγιώνομαι
εσύ θα παγιώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα παγιώνεται
εμείς θα παγιωνόμαστε
εσείς θα παγιώνεστε / θα παγιωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παγιώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παγιωθώ
εσύ θα παγιωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα παγιωθεί
εμείς θα παγιωθούμε
εσείς θα παγιωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παγιωθούν / θα παγιωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να παγιωθώ
εσύ να παγιωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να παγιωθεί
εμείς να παγιωθούμε
εσείς να παγιωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να παγιωθούν / παγιωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω παγιωθεί
εσύ έχεις παγιωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει παγιωθεί
εμείς έχουμε παγιωθεί
εσείς έχετε παγιωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν παγιωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα παγιωθεί
εσύ είχες παγιωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε παγιωθεί
εμείς είχαμε παγιωθεί
εσείς είχατε παγιωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν παγιωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω παγιωθεί
εσύ θα έχεις παγιωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει παγιωθεί
εμείς θα έχουμε παγιωθεί
εσείς θα έχετε παγιωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν παγιωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) παγιώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) παγιώσου
(εσείς) παγιωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
παγιώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας παγιώσει
Μετοχή παρακειμένου
παγιωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
παγιώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
παγιωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.