to fall, fall off, drop
Πλήρης κλίση του ρήματος πέφτω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ πέφτω
εσύ πέφτεις
αυτός/αυτή/αυτό πέφτει
εμείς πέφτουμε
εσείς πέφτετε
αυτοί/αυτές/αυτά πέφτουν / πέφτουνε
Παρατατικός
εγώ έπεφτα
εσύ έπεφτες
αυτός/αυτή/αυτό έπεφτε
εμείς πέφταμε
εσείς πέφτατε
αυτοί/αυτές/αυτά έπεφταν / πέφταν / πέφτανε
Αόριστος
εγώ έπεσα
εσύ έπεσες
αυτός/αυτή/αυτό έπεσε
εμείς πέσαμε
εσείς πέσατε
αυτοί/αυτές/αυτά έπεσαν / πέσαν / πέσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα πέφτω
εσύ θα πέφτεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πέφτει
εμείς θα πέφτουμε
εσείς θα πέφτετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πέφτουν / θα πέφτουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πέσω
εσύ θα πέσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πέσει
εμείς θα πέσουμε
εσείς θα πέσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πέσουν / θα πέσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να πέσω
εσύ να πέσεις
αυτός/αυτή/αυτό να πέσει
εμείς να πέσουμε
εσείς να πέσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να πέσουν / πέσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω πέσει
εσύ έχεις πέσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει πέσει
εμείς έχουμε πέσει
εσείς έχετε πέσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πέσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα πέσει
εσύ είχες πέσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε πέσει
εμείς είχαμε πέσει
εσείς είχατε πέσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πέσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω πέσει
εσύ θα έχεις πέσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πέσει
εμείς θα έχουμε πέσει
εσείς θα έχετε πέσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πέσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) πέφτε
(εσείς) πέφτετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) πέσε
(εσείς) πέστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
πέφτοντας / έχοντας πέσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
πεσμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
πέσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.