to substantivise, nominalise (UK), substantivize, nominalize (US)
Πλήρης κλίση του ρήματος ουσιαστικοποιώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ουσιαστικοποιώ
εσύ ουσιαστικοποιείς
αυτός/αυτή/αυτό ουσιαστικοποιεί
εμείς ουσιαστικοποιούμε
εσείς ουσιαστικοποιείτε
αυτοί/αυτές/αυτά ουσιαστικοποιούν / ουσιαστικοποιούνε
Παρατατικός
εγώ ουσιαστικοποιούσα
εσύ ουσιαστικοποιούσες
αυτός/αυτή/αυτό ουσιαστικοποιούσε
εμείς ουσιαστικοποιούσαμε
εσείς ουσιαστικοποιούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ουσιαστικοποιούσαν / ουσιαστικοποιούσανε
Αόριστος
εγώ ουσιαστικοποίησα
εσύ ουσιαστικοποίησες
αυτός/αυτή/αυτό ουσιαστικοποίησε
εμείς ουσιαστικοποιήσαμε
εσείς ουσιαστικοποιήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ουσιαστικοποίησαν / ουσιαστικοποιήσαν / ουσιαστικοποιήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ουσιαστικοποιώ
εσύ θα ουσιαστικοποιείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ουσιαστικοποιεί
εμείς θα ουσιαστικοποιούμε
εσείς θα ουσιαστικοποιείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ουσιαστικοποιούν / θα ουσιαστικοποιούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ουσιαστικοποιήσω
εσύ θα ουσιαστικοποιήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ουσιαστικοποιήσει
εμείς θα ουσιαστικοποιήσουμε
εσείς θα ουσιαστικοποιήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ουσιαστικοποιήσουν / θα ουσιαστικοποιήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ουσιαστικοποιήσω
εσύ να ουσιαστικοποιήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ουσιαστικοποιήσει
εμείς να ουσιαστικοποιήσουμε
εσείς να ουσιαστικοποιήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ουσιαστικοποιήσουν / ουσιαστικοποιήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ουσιαστικοποιήσει
εσύ έχεις ουσιαστικοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ουσιαστικοποιήσει
εμείς έχουμε ουσιαστικοποιήσει
εσείς έχετε ουσιαστικοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ουσιαστικοποιήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ουσιαστικοποιήσει
εσύ είχες ουσιαστικοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ουσιαστικοποιήσει
εμείς είχαμε ουσιαστικοποιήσει
εσείς είχατε ουσιαστικοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ουσιαστικοποιήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ουσιαστικοποιήσει
εσύ θα έχεις ουσιαστικοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ουσιαστικοποιήσει
εμείς θα έχουμε ουσιαστικοποιήσει
εσείς θα έχετε ουσιαστικοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ουσιαστικοποιήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ουσιαστικοποιείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ουσιαστικοποίησε
(εσείς) ουσιαστικοποιήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ουσιαστικοποιούμαι
εσύ ουσιαστικοποιείσαι
αυτός/αυτή/αυτό ουσιαστικοποιείται
εμείς ουσιαστικοποιούμαστε / ουσιαστικοποιόμαστε
εσείς ουσιαστικοποιείστε / ουσιαστικοποιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ουσιαστικοποιούνται
Παρατατικός
εγώ ουσιαστικοποιούμουν / ουσιαστικοποιούμουνα / ουσιαστικοποιόμουν / ουσιαστικοποιόμουνα
εσύ ουσιαστικοποιόσουν / ουσιαστικοποιόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ουσιαστικοποιούνταν / ουσιαστικοποιόταν / ουσιαστικοποιότανε / ουσιαστικοποιείτο
εμείς ουσιαστικοποιούμασταν / ‑ούμαστε / ουσιαστικοποιόμασταν / ‑όμαστε
εσείς ουσιαστικοποιόσασταν / ‑όσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ουσιαστικοποιούνταν / ουσιαστικοποιόνταν / ουσιαστικοποιόντανε / ουσιαστικοποιόντουσαν / ουσιαστικοποιούντο
Αόριστος
εγώ ουσιαστικοποιήθηκα
εσύ ουσιαστικοποιήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ουσιαστικοποιήθηκε
εμείς ουσιαστικοποιηθήκαμε
εσείς ουσιαστικοποιηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ουσιαστικοποιήθηκαν / ουσιαστικοποιηθήκαν / ουσιαστικοποιηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ουσιαστικοποιούμαι
εσύ θα ουσιαστικοποιείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ουσιαστικοποιείται
εμείς θα ουσιαστικοποιούμαστε / θα ουσιαστικοποιόμαστε
εσείς θα ουσιαστικοποιείστε / θα ουσιαστικοποιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ουσιαστικοποιούνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ουσιαστικοποιηθώ
εσύ θα ουσιαστικοποιηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ουσιαστικοποιηθεί
εμείς θα ουσιαστικοποιηθούμε
εσείς θα ουσιαστικοποιηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ουσιαστικοποιηθούν / θα ουσιαστικοποιηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ουσιαστικοποιηθώ
εσύ να ουσιαστικοποιηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ουσιαστικοποιηθεί
εμείς να ουσιαστικοποιηθούμε
εσείς να ουσιαστικοποιηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ουσιαστικοποιηθούν / ουσιαστικοποιηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ουσιαστικοποιηθεί
εσύ έχεις ουσιαστικοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ουσιαστικοποιηθεί
εμείς έχουμε ουσιαστικοποιηθεί
εσείς έχετε ουσιαστικοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ουσιαστικοποιηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ουσιαστικοποιηθεί
εσύ είχες ουσιαστικοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ουσιαστικοποιηθεί
εμείς είχαμε ουσιαστικοποιηθεί
εσείς είχατε ουσιαστικοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ουσιαστικοποιηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ουσιαστικοποιηθεί
εσύ θα έχεις ουσιαστικοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ουσιαστικοποιηθεί
εμείς θα έχουμε ουσιαστικοποιηθεί
εσείς θα έχετε ουσιαστικοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ουσιαστικοποιηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ουσιαστικοποιείστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ουσιαστικοποιήσου
(εσείς) ουσιαστικοποιηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ουσιαστικοποιώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ουσιαστικοποιήσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
ουσιαστικοποιούμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
ουσιαστικοποιημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ουσιαστικοποιήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ουσιαστικοποιηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.