to urinate
Πλήρης κλίση του ρήματος ουρώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ουρώ
εσύ ουρείς
αυτός/αυτή/αυτό ουρεί
εμείς ουρούμε
εσείς ουρείτε
αυτοί/αυτές/αυτά ουρούν / ουρούνε
Παρατατικός
εγώ ουρούσα
εσύ ουρούσες
αυτός/αυτή/αυτό ουρούσε
εμείς ουρούσαμε
εσείς ουρούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ουρούσαν / ουρούσανε
Αόριστος
εγώ ούρησα
εσύ ούρησες
αυτός/αυτή/αυτό ούρησε
εμείς ουρήσαμε
εσείς ουρήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ούρησαν / ουρήσαν / ουρήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ουρώ
εσύ θα ουρείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ουρεί
εμείς θα ουρούμε
εσείς θα ουρείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ουρούν / θα ουρούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ουρήσω
εσύ θα ουρήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ουρήσει
εμείς θα ουρήσουμε
εσείς θα ουρήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ουρήσουν / θα ουρήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ουρήσω
εσύ να ουρήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ουρήσει
εμείς να ουρήσουμε
εσείς να ουρήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ουρήσουν / ουρήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ουρήσει
εσύ έχεις ουρήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ουρήσει
εμείς έχουμε ουρήσει
εσείς έχετε ουρήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ουρήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ουρήσει
εσύ είχες ουρήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ουρήσει
εμείς είχαμε ουρήσει
εσείς είχατε ουρήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ουρήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ουρήσει
εσύ θα έχεις ουρήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ουρήσει
εμείς θα έχουμε ουρήσει
εσείς θα έχετε ουρήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ουρήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ουρείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ούρησε
(εσείς) ουρήστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ουρώντας / έχοντας ουρήσει
Απαρέμφατο
ουρήσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.