Κλίση του ρήματος οσμίζομαι

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

οσμίζομαι
to smell something
Πλήρης κλίση του ρήματος οσμίζομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ οσμίζομαι
εσύ οσμίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό οσμίζεται
εμείς οσμιζόμαστε
εσείς οσμίζεστε / οσμιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά οσμίζονται

Παρατατικός

εγώ οσμιζόμουν / οσμιζόμουνα
εσύ οσμιζόσουν / οσμιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό οσμιζόταν / οσμιζότανε
εμείς οσμιζόμασταν / οσμιζόμαστε
εσείς οσμιζόσασταν / οσμιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά οσμίζονταν / οσμιζόντουσαν

Αόριστος

εγώ οσμίστηκα
εσύ οσμίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό οσμίστηκε
εμείς οσμιστήκαμε
εσείς οσμιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά οσμίστηκαν / οσμιστήκαν / οσμιστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα οσμίζομαι
εσύ θα οσμίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα οσμίζεται
εμείς θα οσμιζόμαστε
εσείς θα οσμίζεστε / θα οσμιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα οσμίζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα οσμιστώ
εσύ θα οσμιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα οσμιστεί
εμείς θα οσμιστούμε
εσείς θα οσμιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα οσμιστούν / θα οσμιστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να οσμιστώ
εσύ να οσμιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να οσμιστεί
εμείς να οσμιστούμε
εσείς να οσμιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να οσμιστούν / οσμιστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω οσμιστεί
εσύ έχεις οσμιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει οσμιστεί
εμείς έχουμε οσμιστεί
εσείς έχετε οσμιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν οσμιστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα οσμιστεί
εσύ είχες οσμιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε οσμιστεί
εμείς είχαμε οσμιστεί
εσείς είχατε οσμιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν οσμιστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω οσμιστεί
εσύ θα έχεις οσμιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει οσμιστεί
εμείς θα έχουμε οσμιστεί
εσείς θα έχετε οσμιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν οσμιστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) οσμίζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) οσμίσου
(εσείς) οσμιστείτε

Ονοματικοί τύποι

Απαρέμφατο (παθητικό)

οσμιστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.