to swear, to affirm something with an oath (literally or metaphorically)
Πλήρης κλίση του ρήματος ορκίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ορκίζω
εσύ ορκίζεις
αυτός/αυτή/αυτό ορκίζει
εμείς ορκίζουμε
εσείς ορκίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά ορκίζουν / ορκίζουνε
Παρατατικός
εγώ όρκιζα
εσύ όρκιζες
αυτός/αυτή/αυτό όρκιζε
εμείς ορκίζαμε
εσείς ορκίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά όρκιζαν / ορκίζαν / ορκίζανε
Αόριστος
εγώ όρκισα
εσύ όρκισες
αυτός/αυτή/αυτό όρκισε
εμείς ορκίσαμε
εσείς ορκίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά όρκισαν / ορκίσαν / ορκίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ορκίζω
εσύ θα ορκίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ορκίζει
εμείς θα ορκίζουμε
εσείς θα ορκίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ορκίζουν / θα ορκίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ορκίσω
εσύ θα ορκίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ορκίσει
εμείς θα ορκίσουμε
εσείς θα ορκίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ορκίσουν / θα ορκίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ορκίσω
εσύ να ορκίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ορκίσει
εμείς να ορκίσουμε
εσείς να ορκίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ορκίσουν / ορκίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ορκίσει
εσύ έχεις ορκίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ορκίσει
εμείς έχουμε ορκίσει
εσείς έχετε ορκίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ορκίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ορκίσει
εσύ είχες ορκίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ορκίσει
εμείς είχαμε ορκίσει
εσείς είχατε ορκίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ορκίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ορκίσει
εσύ θα έχεις ορκίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ορκίσει
εμείς θα έχουμε ορκίσει
εσείς θα έχετε ορκίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ορκίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) όρκιζε
(εσείς) ορκίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) όρκισε
(εσείς) ορκίστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ορκίζομαι
εσύ ορκίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ορκίζεται
εμείς ορκιζόμαστε
εσείς ορκίζεστε / ορκιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ορκίζονται
Παρατατικός
εγώ ορκιζόμουν / ορκιζόμουνα
εσύ ορκιζόσουν / ορκιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ορκιζόταν / ορκιζότανε
εμείς ορκιζόμασταν / ορκιζόμαστε
εσείς ορκιζόσασταν / ορκιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ορκίζονταν / ορκιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ ορκίστηκα
εσύ ορκίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό ορκίστηκε
εμείς ορκιστήκαμε
εσείς ορκιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ορκίστηκαν / ορκιστήκαν / ορκιστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ορκίζομαι
εσύ θα ορκίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ορκίζεται
εμείς θα ορκιζόμαστε
εσείς θα ορκίζεστε / θα ορκιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ορκίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ορκιστώ
εσύ θα ορκιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ορκιστεί
εμείς θα ορκιστούμε
εσείς θα ορκιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ορκιστούν / θα ορκιστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ορκιστώ
εσύ να ορκιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να ορκιστεί
εμείς να ορκιστούμε
εσείς να ορκιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ορκιστούν / ορκιστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ορκιστεί
εσύ έχεις ορκιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ορκιστεί
εμείς έχουμε ορκιστεί
εσείς έχετε ορκιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ορκιστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ορκιστεί
εσύ είχες ορκιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ορκιστεί
εμείς είχαμε ορκιστεί
εσείς είχατε ορκιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ορκιστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ορκιστεί
εσύ θα έχεις ορκιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ορκιστεί
εμείς θα έχουμε ορκιστεί
εσείς θα έχετε ορκιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ορκιστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ορκίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ορκίσου
(εσείς) ορκιστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ορκίζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ορκίσει
Μετοχή παρακειμένου
ορκισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ορκίσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ορκιστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.