to lift, erect
Πλήρης κλίση του ρήματος ορθώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ορθώνω
εσύ ορθώνεις
αυτός/αυτή/αυτό ορθώνει
εμείς ορθώνουμε
εσείς ορθώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά ορθώνουν / ορθώνουνε
Παρατατικός
εγώ όρθωνα
εσύ όρθωνες
αυτός/αυτή/αυτό όρθωνε
εμείς ορθώναμε
εσείς ορθώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά όρθωναν / ορθώναν / ορθώνανε
Αόριστος
εγώ όρθωσα
εσύ όρθωσες
αυτός/αυτή/αυτό όρθωσε
εμείς ορθώσαμε
εσείς ορθώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά όρθωσαν / ορθώσαν / ορθώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ορθώνω
εσύ θα ορθώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ορθώνει
εμείς θα ορθώνουμε
εσείς θα ορθώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ορθώνουν / θα ορθώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ορθώσω
εσύ θα ορθώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ορθώσει
εμείς θα ορθώσουμε
εσείς θα ορθώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ορθώσουν / θα ορθώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ορθώσω
εσύ να ορθώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ορθώσει
εμείς να ορθώσουμε
εσείς να ορθώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ορθώσουν / ορθώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ορθώσει
εσύ έχεις ορθώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ορθώσει
εμείς έχουμε ορθώσει
εσείς έχετε ορθώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ορθώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ορθώσει
εσύ είχες ορθώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ορθώσει
εμείς είχαμε ορθώσει
εσείς είχατε ορθώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ορθώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ορθώσει
εσύ θα έχεις ορθώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ορθώσει
εμείς θα έχουμε ορθώσει
εσείς θα έχετε ορθώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ορθώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) όρθωνε
(εσείς) ορθώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) όρθωσε
(εσείς) ορθώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ορθώνομαι
εσύ ορθώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ορθώνεται
εμείς ορθωνόμαστε
εσείς ορθώνεστε / ορθωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ορθώνονται
Παρατατικός
εγώ ορθωνόμουν / ορθωνόμουνα
εσύ ορθωνόσουν / ορθωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ορθωνόταν / ορθωνότανε
εμείς ορθωνόμασταν / ορθωνόμαστε
εσείς ορθωνόσασταν / ορθωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ορθώνονταν / ορθωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ ορθώθηκα
εσύ ορθώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ορθώθηκε
εμείς ορθωθήκαμε
εσείς ορθωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ορθώθηκαν / ορθωθήκαν / ορθωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ορθώνομαι
εσύ θα ορθώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ορθώνεται
εμείς θα ορθωνόμαστε
εσείς θα ορθώνεστε / θα ορθωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ορθώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ορθωθώ
εσύ θα ορθωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ορθωθεί
εμείς θα ορθωθούμε
εσείς θα ορθωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ορθωθούν / θα ορθωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ορθωθώ
εσύ να ορθωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ορθωθεί
εμείς να ορθωθούμε
εσείς να ορθωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ορθωθούν / ορθωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ορθωθεί
εσύ έχεις ορθωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ορθωθεί
εμείς έχουμε ορθωθεί
εσείς έχετε ορθωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ορθωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ορθωθεί
εσύ είχες ορθωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ορθωθεί
εμείς είχαμε ορθωθεί
εσείς είχατε ορθωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ορθωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ορθωθεί
εσύ θα έχεις ορθωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ορθωθεί
εμείς θα έχουμε ορθωθεί
εσείς θα έχετε ορθωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ορθωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ορθώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ορθώσου
(εσείς) ορθωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ορθώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ορθώσει
Μετοχή παρακειμένου
ορθωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ορθώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ορθωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.