Κλίση του ρήματος οργίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

οργίζω
to infuriate, anger, make angry, enrage
Πλήρης κλίση του ρήματος οργίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ οργίζω
εσύ οργίζεις
αυτός/αυτή/αυτό οργίζει
εμείς οργίζουμε
εσείς οργίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά οργίζουν / οργίζουνε

Παρατατικός

εγώ όργιζα
εσύ όργιζες
αυτός/αυτή/αυτό όργιζε
εμείς οργίζαμε
εσείς οργίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά όργιζαν / οργίζαν / οργίζανε

Αόριστος

εγώ όργισα
εσύ όργισες
αυτός/αυτή/αυτό όργισε
εμείς οργίσαμε
εσείς οργίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά όργισαν / οργίσαν / οργίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα οργίζω
εσύ θα οργίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα οργίζει
εμείς θα οργίζουμε
εσείς θα οργίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα οργίζουν / θα οργίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα οργίσω
εσύ θα οργίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα οργίσει
εμείς θα οργίσουμε
εσείς θα οργίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα οργίσουν / θα οργίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να οργίσω
εσύ να οργίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να οργίσει
εμείς να οργίσουμε
εσείς να οργίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να οργίσουν / οργίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω οργίσει
εσύ έχεις οργίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει οργίσει
εμείς έχουμε οργίσει
εσείς έχετε οργίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν οργίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα οργίσει
εσύ είχες οργίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε οργίσει
εμείς είχαμε οργίσει
εσείς είχατε οργίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν οργίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω οργίσει
εσύ θα έχεις οργίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει οργίσει
εμείς θα έχουμε οργίσει
εσείς θα έχετε οργίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν οργίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) όργιζε
(εσείς) οργίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) όργισε
(εσείς) οργίστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ οργίζομαι
εσύ οργίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό οργίζεται
εμείς οργιζόμαστε
εσείς οργίζεστε / οργιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά οργίζονται

Παρατατικός

εγώ οργιζόμουν / οργιζόμουνα
εσύ οργιζόσουν / οργιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό οργιζόταν / οργιζότανε
εμείς οργιζόμασταν / οργιζόμαστε
εσείς οργιζόσασταν / οργιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά οργίζονταν / οργιζόντουσαν

Αόριστος

εγώ οργίστηκα
εσύ οργίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό οργίστηκε
εμείς οργιστήκαμε
εσείς οργιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά οργίστηκαν / οργιστήκαν / οργιστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα οργίζομαι
εσύ θα οργίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα οργίζεται
εμείς θα οργιζόμαστε
εσείς θα οργίζεστε / θα οργιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα οργίζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα οργιστώ
εσύ θα οργιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα οργιστεί
εμείς θα οργιστούμε
εσείς θα οργιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα οργιστούν / θα οργιστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να οργιστώ
εσύ να οργιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να οργιστεί
εμείς να οργιστούμε
εσείς να οργιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να οργιστούν / οργιστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω οργιστεί
εσύ έχεις οργιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει οργιστεί
εμείς έχουμε οργιστεί
εσείς έχετε οργιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν οργιστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα οργιστεί
εσύ είχες οργιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε οργιστεί
εμείς είχαμε οργιστεί
εσείς είχατε οργιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν οργιστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω οργιστεί
εσύ θα έχεις οργιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει οργιστεί
εμείς θα έχουμε οργιστεί
εσείς θα έχετε οργιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν οργιστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) οργίζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) οργίσου
(εσείς) οργιστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

οργίζοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας οργίσει

Μετοχή παρακειμένου

οργισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

οργίσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

οργιστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.