to envisage
Πλήρης κλίση του ρήματος οραματίζομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ οραματίζομαι
εσύ οραματίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό οραματίζεται
εμείς οραματιζόμαστε
εσείς οραματίζεστε / οραματιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά οραματίζονται
Παρατατικός
εγώ οραματιζόμουν / οραματιζόμουνα
εσύ οραματιζόσουν / οραματιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό οραματιζόταν / οραματιζότανε
εμείς οραματιζόμασταν / οραματιζόμαστε
εσείς οραματιζόσασταν / οραματιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά οραματίζονταν / οραματιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ οραματίστηκα
εσύ οραματίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό οραματίστηκε
εμείς οραματιστήκαμε
εσείς οραματιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά οραματίστηκαν / οραματιστήκαν / οραματιστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα οραματίζομαι
εσύ θα οραματίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα οραματίζεται
εμείς θα οραματιζόμαστε
εσείς θα οραματίζεστε / θα οραματιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα οραματίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα οραματιστώ
εσύ θα οραματιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα οραματιστεί
εμείς θα οραματιστούμε
εσείς θα οραματιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα οραματιστούν / θα οραματιστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να οραματιστώ
εσύ να οραματιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να οραματιστεί
εμείς να οραματιστούμε
εσείς να οραματιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να οραματιστούν / οραματιστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω οραματιστεί
εσύ έχεις οραματιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει οραματιστεί
εμείς έχουμε οραματιστεί
εσείς έχετε οραματιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν οραματιστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα οραματιστεί
εσύ είχες οραματιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε οραματιστεί
εμείς είχαμε οραματιστεί
εσείς είχατε οραματιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν οραματιστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω οραματιστεί
εσύ θα έχεις οραματιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει οραματιστεί
εμείς θα έχουμε οραματιστεί
εσείς θα έχετε οραματιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν οραματιστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) οραματίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) οραματίσου
(εσείς) οραματιστείτε
Ονοματικοί τύποι
Απαρέμφατο (παθητικό)
οραματιστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.