to daydream, fantasise (UK), fantasize (US)
Πλήρης κλίση του ρήματος ονειροπολώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ονειροπολώ
εσύ ονειροπολείς
αυτός/αυτή/αυτό ονειροπολεί
εμείς ονειροπολούμε
εσείς ονειροπολείτε
αυτοί/αυτές/αυτά ονειροπολούν / ονειροπολούνε
Παρατατικός
εγώ ονειροπολούσα
εσύ ονειροπολούσες
αυτός/αυτή/αυτό ονειροπολούσε
εμείς ονειροπολούσαμε
εσείς ονειροπολούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ονειροπολούσαν / ονειροπολούσανε
Αόριστος
εγώ ονειροπόλησα
εσύ ονειροπόλησες
αυτός/αυτή/αυτό ονειροπόλησε
εμείς ονειροπολήσαμε
εσείς ονειροπολήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ονειροπόλησαν / ονειροπολήσαν / ονειροπολήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ονειροπολώ
εσύ θα ονειροπολείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ονειροπολεί
εμείς θα ονειροπολούμε
εσείς θα ονειροπολείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ονειροπολούν / θα ονειροπολούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ονειροπολήσω
εσύ θα ονειροπολήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ονειροπολήσει
εμείς θα ονειροπολήσουμε
εσείς θα ονειροπολήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ονειροπολήσουν / θα ονειροπολήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ονειροπολήσω
εσύ να ονειροπολήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ονειροπολήσει
εμείς να ονειροπολήσουμε
εσείς να ονειροπολήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ονειροπολήσουν / ονειροπολήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ονειροπολήσει
εσύ έχεις ονειροπολήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ονειροπολήσει
εμείς έχουμε ονειροπολήσει
εσείς έχετε ονειροπολήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ονειροπολήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ονειροπολήσει
εσύ είχες ονειροπολήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ονειροπολήσει
εμείς είχαμε ονειροπολήσει
εσείς είχατε ονειροπολήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ονειροπολήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ονειροπολήσει
εσύ θα έχεις ονειροπολήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ονειροπολήσει
εμείς θα έχουμε ονειροπολήσει
εσείς θα έχετε ονειροπολήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ονειροπολήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ονειροπολείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ονειροπόλησε
(εσείς) ονειροπολήστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ονειροπολώντας / έχοντας ονειροπολήσει
Απαρέμφατο
ονειροπολήσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.