Κλίση του ρήματος ονειρεύομαι

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

ονειρεύομαι
to dream, dream about
Πλήρης κλίση του ρήματος ονειρεύομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ονειρεύομαι
εσύ ονειρεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ονειρεύεται
εμείς ονειρευόμαστε
εσείς ονειρεύεστε / ονειρευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ονειρεύονται

Παρατατικός

εγώ ονειρευόμουν / ονειρευόμουνα
εσύ ονειρευόσουν / ονειρευόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ονειρευόταν / ονειρευότανε
εμείς ονειρευόμασταν / ονειρευόμαστε
εσείς ονειρευόσασταν / ονειρευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ονειρεύονταν / ονειρευόντουσαν

Αόριστος

εγώ ονειρεύτηκα
εσύ ονειρεύτηκες
αυτός/αυτή/αυτό ονειρεύτηκε
εμείς ονειρευτήκαμε
εσείς ονειρευτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ονειρεύτηκαν / ονειρευτήκαν / ονειρευτήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ονειρεύομαι
εσύ θα ονειρεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ονειρεύεται
εμείς θα ονειρευόμαστε
εσείς θα ονειρεύεστε / θα ονειρευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ονειρεύονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ονειρευτώ
εσύ θα ονειρευτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ονειρευτεί
εμείς θα ονειρευτούμε
εσείς θα ονειρευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ονειρευτούν / θα ονειρευτούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ονειρευτώ
εσύ να ονειρευτείς
αυτός/αυτή/αυτό να ονειρευτεί
εμείς να ονειρευτούμε
εσείς να ονειρευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ονειρευτούν / ονειρευτούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ονειρευτεί
εσύ έχεις ονειρευτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ονειρευτεί
εμείς έχουμε ονειρευτεί
εσείς έχετε ονειρευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ονειρευτεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ονειρευτεί
εσύ είχες ονειρευτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ονειρευτεί
εμείς είχαμε ονειρευτεί
εσείς είχατε ονειρευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ονειρευτεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ονειρευτεί
εσύ θα έχεις ονειρευτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ονειρευτεί
εμείς θα έχουμε ονειρευτεί
εσείς θα έχετε ονειρευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ονειρευτεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) ονειρεύεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσείς) ονειρευτείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

ονειρεμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο (παθητικό)

ονειρευτεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.