to group
Πλήρης κλίση του ρήματος ομαδοποιώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ομαδοποιώ
εσύ ομαδοποιείς
αυτός/αυτή/αυτό ομαδοποιεί
εμείς ομαδοποιούμε
εσείς ομαδοποιείτε
αυτοί/αυτές/αυτά ομαδοποιούν / ομαδοποιούνε
Παρατατικός
εγώ ομαδοποιούσα
εσύ ομαδοποιούσες
αυτός/αυτή/αυτό ομαδοποιούσε
εμείς ομαδοποιούσαμε
εσείς ομαδοποιούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ομαδοποιούσαν / ομαδοποιούσανε
Αόριστος
εγώ ομαδοποίησα
εσύ ομαδοποίησες
αυτός/αυτή/αυτό ομαδοποίησε
εμείς ομαδοποιήσαμε
εσείς ομαδοποιήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ομαδοποίησαν / ομαδοποιήσαν / ομαδοποιήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ομαδοποιώ
εσύ θα ομαδοποιείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ομαδοποιεί
εμείς θα ομαδοποιούμε
εσείς θα ομαδοποιείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ομαδοποιούν / θα ομαδοποιούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ομαδοποιήσω
εσύ θα ομαδοποιήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ομαδοποιήσει
εμείς θα ομαδοποιήσουμε
εσείς θα ομαδοποιήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ομαδοποιήσουν / θα ομαδοποιήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ομαδοποιήσω
εσύ να ομαδοποιήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ομαδοποιήσει
εμείς να ομαδοποιήσουμε
εσείς να ομαδοποιήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ομαδοποιήσουν / ομαδοποιήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ομαδοποιήσει
εσύ έχεις ομαδοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ομαδοποιήσει
εμείς έχουμε ομαδοποιήσει
εσείς έχετε ομαδοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ομαδοποιήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ομαδοποιήσει
εσύ είχες ομαδοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ομαδοποιήσει
εμείς είχαμε ομαδοποιήσει
εσείς είχατε ομαδοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ομαδοποιήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ομαδοποιήσει
εσύ θα έχεις ομαδοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ομαδοποιήσει
εμείς θα έχουμε ομαδοποιήσει
εσείς θα έχετε ομαδοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ομαδοποιήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ομαδοποιείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ομαδοποίησε
(εσείς) ομαδοποιήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ομαδοποιούμαι
εσύ ομαδοποιείσαι
αυτός/αυτή/αυτό ομαδοποιείται
εμείς ομαδοποιούμαστε / ομαδοποιόμαστε
εσείς ομαδοποιείστε / ομαδοποιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ομαδοποιούνται
Παρατατικός
εγώ ομαδοποιούμουν / ομαδοποιούμουνα / ομαδοποιόμουν / ομαδοποιόμουνα
εσύ ομαδοποιόσουν / ομαδοποιόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ομαδοποιούνταν / ομαδοποιόταν / ομαδοποιότανε / ομαδοποιείτο
εμείς ομαδοποιούμασταν / ‑ούμαστε / ομαδοποιόμασταν / ‑όμαστε
εσείς ομαδοποιόσασταν / ‑όσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ομαδοποιούνταν / ομαδοποιόνταν / ομαδοποιόντανε / ομαδοποιόντουσαν / ομαδοποιούντο
Αόριστος
εγώ ομαδοποιήθηκα
εσύ ομαδοποιήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ομαδοποιήθηκε
εμείς ομαδοποιηθήκαμε
εσείς ομαδοποιηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ομαδοποιήθηκαν / ομαδοποιηθήκαν / ομαδοποιηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ομαδοποιούμαι
εσύ θα ομαδοποιείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ομαδοποιείται
εμείς θα ομαδοποιούμαστε / θα ομαδοποιόμαστε
εσείς θα ομαδοποιείστε / θα ομαδοποιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ομαδοποιούνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ομαδοποιηθώ
εσύ θα ομαδοποιηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ομαδοποιηθεί
εμείς θα ομαδοποιηθούμε
εσείς θα ομαδοποιηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ομαδοποιηθούν / θα ομαδοποιηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ομαδοποιηθώ
εσύ να ομαδοποιηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ομαδοποιηθεί
εμείς να ομαδοποιηθούμε
εσείς να ομαδοποιηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ομαδοποιηθούν / ομαδοποιηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ομαδοποιηθεί
εσύ έχεις ομαδοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ομαδοποιηθεί
εμείς έχουμε ομαδοποιηθεί
εσείς έχετε ομαδοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ομαδοποιηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ομαδοποιηθεί
εσύ είχες ομαδοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ομαδοποιηθεί
εμείς είχαμε ομαδοποιηθεί
εσείς είχατε ομαδοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ομαδοποιηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ομαδοποιηθεί
εσύ θα έχεις ομαδοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ομαδοποιηθεί
εμείς θα έχουμε ομαδοποιηθεί
εσείς θα έχετε ομαδοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ομαδοποιηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ομαδοποιείστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ομαδοποιήσου
(εσείς) ομαδοποιηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ομαδοποιώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ομαδοποιήσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
ομαδοποιούμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
ομαδοποιημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ομαδοποιήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ομαδοποιηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.