Κλίση του ρήματος οικονομώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

οικονομώ
to save (money, time, space, etc), economise (UK), economize (US)
Πλήρης κλίση του ρήματος οικονομώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ οικονομώ
εσύ οικονομείς
αυτός/αυτή/αυτό οικονομεί
εμείς οικονομούμε
εσείς οικονομείτε
αυτοί/αυτές/αυτά οικονομούν / οικονομούνε

Παρατατικός

εγώ οικονομούσα
εσύ οικονομούσες
αυτός/αυτή/αυτό οικονομούσε
εμείς οικονομούσαμε
εσείς οικονομούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά οικονομούσαν / οικονομούσανε

Αόριστος

εγώ οικονόμησα
εσύ οικονόμησες
αυτός/αυτή/αυτό οικονόμησε
εμείς οικονομήσαμε
εσείς οικονομήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά οικονόμησαν / οικονομήσαν / οικονομήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα οικονομώ
εσύ θα οικονομείς
αυτός/αυτή/αυτό θα οικονομεί
εμείς θα οικονομούμε
εσείς θα οικονομείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα οικονομούν / θα οικονομούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα οικονομήσω
εσύ θα οικονομήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα οικονομήσει
εμείς θα οικονομήσουμε
εσείς θα οικονομήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα οικονομήσουν / θα οικονομήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να οικονομήσω
εσύ να οικονομήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να οικονομήσει
εμείς να οικονομήσουμε
εσείς να οικονομήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να οικονομήσουν / οικονομήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω οικονομήσει
εσύ έχεις οικονομήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει οικονομήσει
εμείς έχουμε οικονομήσει
εσείς έχετε οικονομήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν οικονομήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα οικονομήσει
εσύ είχες οικονομήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε οικονομήσει
εμείς είχαμε οικονομήσει
εσείς είχατε οικονομήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν οικονομήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω οικονομήσει
εσύ θα έχεις οικονομήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει οικονομήσει
εμείς θα έχουμε οικονομήσει
εσείς θα έχετε οικονομήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν οικονομήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) οικονομείτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) οικονόμησε
(εσείς) οικονομήστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ οικονομούμαι
εσύ οικονομείσαι
αυτός/αυτή/αυτό οικονομείται
εμείς οικονομούμαστε
εσείς οικονομείστε
αυτοί/αυτές/αυτά οικονομούνται

Παρατατικός

αυτός/αυτή/αυτό οικονομούνταν / οικονομείτο
εμείς οικονομούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά οικονομούνταν / οικονομούντο

Αόριστος

εγώ οικονομήθηκα
εσύ οικονομήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό οικονομήθηκε
εμείς οικονομηθήκαμε
εσείς οικονομηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά οικονομήθηκαν / οικονομηθήκαν / οικονομηθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα οικονομούμαι
εσύ θα οικονομείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα οικονομείται
εμείς θα οικονομούμαστε
εσείς θα οικονομείστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα οικονομούνται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα οικονομηθώ
εσύ θα οικονομηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα οικονομηθεί
εμείς θα οικονομηθούμε
εσείς θα οικονομηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα οικονομηθούν / θα οικονομηθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να οικονομηθώ
εσύ να οικονομηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να οικονομηθεί
εμείς να οικονομηθούμε
εσείς να οικονομηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να οικονομηθούν / οικονομηθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω οικονομηθεί
εσύ έχεις οικονομηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει οικονομηθεί
εμείς έχουμε οικονομηθεί
εσείς έχετε οικονομηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν οικονομηθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα οικονομηθεί
εσύ είχες οικονομηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε οικονομηθεί
εμείς είχαμε οικονομηθεί
εσείς είχατε οικονομηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν οικονομηθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω οικονομηθεί
εσύ θα έχεις οικονομηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει οικονομηθεί
εμείς θα έχουμε οικονομηθεί
εσείς θα έχετε οικονομηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν οικονομηθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) οικονομείστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) οικονομήσου
(εσείς) οικονομηθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

οικονομώντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας οικονομήσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

οικονομούμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

οικονομημένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

οικονομήσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

οικονομηθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.