alternative form of ξοδεύω (xodévo, “spend”)
Πλήρης κλίση του ρήματος ξοδιάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ξοδιάζω
εσύ ξοδιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό ξοδιάζει
εμείς ξοδιάζουμε
εσείς ξοδιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά ξοδιάζουν / ξοδιάζουνε
Παρατατικός
εγώ ξόδιαζα
εσύ ξόδιαζες
αυτός/αυτή/αυτό ξόδιαζε
εμείς ξοδιάζαμε
εσείς ξοδιάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξόδιαζαν / ξοδιάζαν / ξοδιάζανε
Αόριστος
εγώ ξόδιασα
εσύ ξόδιασες
αυτός/αυτή/αυτό ξόδιασε
εμείς ξοδιάσαμε
εσείς ξοδιάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξόδιασαν / ξοδιάσαν / ξοδιάσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ξοδιάζω
εσύ θα ξοδιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξοδιάζει
εμείς θα ξοδιάζουμε
εσείς θα ξοδιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξοδιάζουν / θα ξοδιάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξοδιάσω
εσύ θα ξοδιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξοδιάσει
εμείς θα ξοδιάσουμε
εσείς θα ξοδιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξοδιάσουν / θα ξοδιάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ξοδιάσω
εσύ να ξοδιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ξοδιάσει
εμείς να ξοδιάσουμε
εσείς να ξοδιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξοδιάσουν / ξοδιάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ξοδιάσει
εσύ έχεις ξοδιάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξοδιάσει
εμείς έχουμε ξοδιάσει
εσείς έχετε ξοδιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξοδιάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ξοδιάσει
εσύ είχες ξοδιάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξοδιάσει
εμείς είχαμε ξοδιάσει
εσείς είχατε ξοδιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξοδιάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ξοδιάσει
εσύ θα έχεις ξοδιάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξοδιάσει
εμείς θα έχουμε ξοδιάσει
εσείς θα έχετε ξοδιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξοδιάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ξόδιαζε
(εσείς) ξοδιάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ξόδιασε
(εσείς) ξοδιάστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ξοδιάζομαι
εσύ ξοδιάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ξοδιάζεται
εμείς ξοδιαζόμαστε
εσείς ξοδιάζεστε / ξοδιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ξοδιάζονται
Παρατατικός
εγώ ξοδιαζόμουν / ξοδιαζόμουνα
εσύ ξοδιαζόσουν / ξοδιαζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ξοδιαζόταν / ξοδιαζότανε
εμείς ξοδιαζόμασταν / ξοδιαζόμαστε
εσείς ξοδιαζόσασταν / ξοδιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ξοδιάζονταν / ξοδιαζόντουσαν
Αόριστος
εγώ ξοδιάστηκα
εσύ ξοδιάστηκες
αυτός/αυτή/αυτό ξοδιάστηκε
εμείς ξοδιαστήκαμε
εσείς ξοδιαστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξοδιάστηκαν / ξοδιαστήκαν / ξοδιαστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ξοδιάζομαι
εσύ θα ξοδιάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ξοδιάζεται
εμείς θα ξοδιαζόμαστε
εσείς θα ξοδιάζεστε / θα ξοδιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξοδιάζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξοδιαστώ
εσύ θα ξοδιαστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ξοδιαστεί
εμείς θα ξοδιαστούμε
εσείς θα ξοδιαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξοδιαστούν / θα ξοδιαστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ξοδιαστώ
εσύ να ξοδιαστείς
αυτός/αυτή/αυτό να ξοδιαστεί
εμείς να ξοδιαστούμε
εσείς να ξοδιαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξοδιαστούν / ξοδιαστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ξοδιαστεί
εσύ έχεις ξοδιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξοδιαστεί
εμείς έχουμε ξοδιαστεί
εσείς έχετε ξοδιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξοδιαστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ξοδιαστεί
εσύ είχες ξοδιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξοδιαστεί
εμείς είχαμε ξοδιαστεί
εσείς είχατε ξοδιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξοδιαστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ξοδιαστεί
εσύ θα έχεις ξοδιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξοδιαστεί
εμείς θα έχουμε ξοδιαστεί
εσείς θα έχετε ξοδιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξοδιαστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ξοδιάζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ξοδιάσου
(εσείς) ξοδιαστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ξοδιάζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ξοδιάσει
Μετοχή παρακειμένου
ξοδιασμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ξοδιάσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ξοδιαστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.