to stay up until dawn
Πλήρης κλίση του ρήματος ξημερώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ξημερώνω
εσύ ξημερώνεις
αυτός/αυτή/αυτό ξημερώνει
εμείς ξημερώνουμε
εσείς ξημερώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά ξημερώνουν / ξημερώνουνε
Παρατατικός
εγώ ξημέρωνα
εσύ ξημέρωνες
αυτός/αυτή/αυτό ξημέρωνε
εμείς ξημερώναμε
εσείς ξημερώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξημέρωναν / ξημερώναν / ξημερώνανε
Αόριστος
εγώ ξημέρωσα
εσύ ξημέρωσες
αυτός/αυτή/αυτό ξημέρωσε
εμείς ξημερώσαμε
εσείς ξημερώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξημέρωσαν / ξημερώσαν / ξημερώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ξημερώνω
εσύ θα ξημερώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξημερώνει
εμείς θα ξημερώνουμε
εσείς θα ξημερώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξημερώνουν / θα ξημερώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξημερώσω
εσύ θα ξημερώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξημερώσει
εμείς θα ξημερώσουμε
εσείς θα ξημερώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξημερώσουν / θα ξημερώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ξημερώσω
εσύ να ξημερώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ξημερώσει
εμείς να ξημερώσουμε
εσείς να ξημερώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξημερώσουν / ξημερώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ξημερώσει
εσύ έχεις ξημερώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξημερώσει
εμείς έχουμε ξημερώσει
εσείς έχετε ξημερώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξημερώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ξημερώσει
εσύ είχες ξημερώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξημερώσει
εμείς είχαμε ξημερώσει
εσείς είχατε ξημερώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξημερώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ξημερώσει
εσύ θα έχεις ξημερώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξημερώσει
εμείς θα έχουμε ξημερώσει
εσείς θα έχετε ξημερώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξημερώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ξημέρωνε
(εσείς) ξημερώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ξημέρωσε
(εσείς) ξημερώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ξημερώνομαι
εσύ ξημερώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ξημερώνεται
εμείς ξημερωνόμαστε
εσείς ξημερώνεστε / ξημερωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ξημερώνονται
Παρατατικός
εγώ ξημερωνόμουν / ξημερωνόμουνα
εσύ ξημερωνόσουν / ξημερωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ξημερωνόταν / ξημερωνότανε
εμείς ξημερωνόμασταν / ξημερωνόμαστε
εσείς ξημερωνόσασταν / ξημερωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ξημερώνονταν / ξημερωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ ξημερώθηκα
εσύ ξημερώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ξημερώθηκε
εμείς ξημερωθήκαμε
εσείς ξημερωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξημερώθηκαν / ξημερωθήκαν / ξημερωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ξημερώνομαι
εσύ θα ξημερώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ξημερώνεται
εμείς θα ξημερωνόμαστε
εσείς θα ξημερώνεστε / θα ξημερωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξημερώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξημερωθώ
εσύ θα ξημερωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ξημερωθεί
εμείς θα ξημερωθούμε
εσείς θα ξημερωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξημερωθούν / θα ξημερωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ξημερωθώ
εσύ να ξημερωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ξημερωθεί
εμείς να ξημερωθούμε
εσείς να ξημερωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξημερωθούν / ξημερωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ξημερωθεί
εσύ έχεις ξημερωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξημερωθεί
εμείς έχουμε ξημερωθεί
εσείς έχετε ξημερωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξημερωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ξημερωθεί
εσύ είχες ξημερωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξημερωθεί
εμείς είχαμε ξημερωθεί
εσείς είχατε ξημερωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξημερωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ξημερωθεί
εσύ θα έχεις ξημερωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξημερωθεί
εμείς θα έχουμε ξημερωθεί
εσείς θα έχετε ξημερωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξημερωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ξημερώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ξημερώσου
(εσείς) ξημερωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ξημερώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ξημερώσει
Μετοχή παρακειμένου
ξημερωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ξημερώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ξημερωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.