to pass away, pass on, expire, draw one's last breath, bite the dust (to die)
Πλήρης κλίση του ρήματος ξεψυχάω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ξεψυχάω / ξεψυχώ
εσύ ξεψυχάς
αυτός/αυτή/αυτό ξεψυχάει / ξεψυχά
εμείς ξεψυχάμε / ξεψυχούμε
εσείς ξεψυχάτε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεψυχάνε / ξεψυχάν / ξεψυχούν / ξεψυχούνε
Παρατατικός
εγώ ξεψυχούσα / ξεψύχαγα
εσύ ξεψυχούσες / ξεψύχαγες
αυτός/αυτή/αυτό ξεψυχούσε / ξεψύχαγε
εμείς ξεψυχούσαμε / ξεψυχάγαμε
εσείς ξεψυχούσατε / ξεψυχάγατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεψυχούσαν / ξεψυχούσανε / ξεψύχαγαν / ξεψυχάγανε
Αόριστος
εγώ ξεψύχησα
εσύ ξεψύχησες
αυτός/αυτή/αυτό ξεψύχησε
εμείς ξεψυχήσαμε
εσείς ξεψυχήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεψύχησαν / ξεψυχήσαν / ξεψυχήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ξεψυχάω / θα ξεψυχώ
εσύ θα ξεψυχάς
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεψυχάει / θα ξεψυχά
εμείς θα ξεψυχάμε / θα ξεψυχούμε
εσείς θα ξεψυχάτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεψυχάνε / θα ξεψυχάν / θα ξεψυχούν / θα ξεψυχούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξεψυχήσω
εσύ θα ξεψυχήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεψυχήσει
εμείς θα ξεψυχήσουμε
εσείς θα ξεψυχήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεψυχήσουν / θα ξεψυχήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ξεψυχήσω
εσύ να ξεψυχήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ξεψυχήσει
εμείς να ξεψυχήσουμε
εσείς να ξεψυχήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξεψυχήσουν / ξεψυχήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ξεψυχήσει
εσύ έχεις ξεψυχήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξεψυχήσει
εμείς έχουμε ξεψυχήσει
εσείς έχετε ξεψυχήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξεψυχήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ξεψυχήσει
εσύ είχες ξεψυχήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξεψυχήσει
εμείς είχαμε ξεψυχήσει
εσείς είχατε ξεψυχήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξεψυχήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ξεψυχήσει
εσύ θα έχεις ξεψυχήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξεψυχήσει
εμείς θα έχουμε ξεψυχήσει
εσείς θα έχετε ξεψυχήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξεψυχήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ξεψύχαγε
(εσείς) ξεψυχάτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ξεψύχησε
(εσείς) ξεψυχήστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ξεψυχώντας / έχοντας ξεψυχήσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
ξεψυχισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ξεψυχήσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.