to winter, to spend the winter
Πλήρης κλίση του ρήματος ξεχειμωνιάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ξεχειμωνιάζω
εσύ ξεχειμωνιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό ξεχειμωνιάζει
εμείς ξεχειμωνιάζουμε
εσείς ξεχειμωνιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεχειμωνιάζουν / ξεχειμωνιάζουνε
Παρατατικός
εγώ ξεχειμώνιαζα
εσύ ξεχειμώνιαζες
αυτός/αυτή/αυτό ξεχειμώνιαζε
εμείς ξεχειμωνιάζαμε
εσείς ξεχειμωνιάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεχειμώνιαζαν / ξεχειμωνιάζαν / ξεχειμωνιάζανε
Αόριστος
εγώ ξεχειμώνιασα
εσύ ξεχειμώνιασες
αυτός/αυτή/αυτό ξεχειμώνιασε
εμείς ξεχειμωνιάσαμε
εσείς ξεχειμωνιάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεχειμώνιασαν / ξεχειμωνιάσαν / ξεχειμωνιάσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ξεχειμωνιάζω
εσύ θα ξεχειμωνιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεχειμωνιάζει
εμείς θα ξεχειμωνιάζουμε
εσείς θα ξεχειμωνιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεχειμωνιάζουν / θα ξεχειμωνιάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξεχειμωνιάσω
εσύ θα ξεχειμωνιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεχειμωνιάσει
εμείς θα ξεχειμωνιάσουμε
εσείς θα ξεχειμωνιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεχειμωνιάσουν / θα ξεχειμωνιάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ξεχειμωνιάσω
εσύ να ξεχειμωνιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ξεχειμωνιάσει
εμείς να ξεχειμωνιάσουμε
εσείς να ξεχειμωνιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξεχειμωνιάσουν / ξεχειμωνιάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ξεχειμωνιάσει
εσύ έχεις ξεχειμωνιάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξεχειμωνιάσει
εμείς έχουμε ξεχειμωνιάσει
εσείς έχετε ξεχειμωνιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξεχειμωνιάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ξεχειμωνιάσει
εσύ είχες ξεχειμωνιάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξεχειμωνιάσει
εμείς είχαμε ξεχειμωνιάσει
εσείς είχατε ξεχειμωνιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξεχειμωνιάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ξεχειμωνιάσει
εσύ θα έχεις ξεχειμωνιάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξεχειμωνιάσει
εμείς θα έχουμε ξεχειμωνιάσει
εσείς θα έχετε ξεχειμωνιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξεχειμωνιάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ξεχειμώνιαζε
(εσείς) ξεχειμωνιάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ξεχειμώνιασε
(εσείς) ξεχειμωνιάστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ξεχειμωνιάζοντας / έχοντας ξεχειμωνιάσει
Απαρέμφατο
ξεχειμωνιάσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.