to unload, to discharge (to remove the load from)
Πλήρης κλίση του ρήματος ξεφορτώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ξεφορτώνω
εσύ ξεφορτώνεις
αυτός/αυτή/αυτό ξεφορτώνει
εμείς ξεφορτώνουμε
εσείς ξεφορτώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεφορτώνουν / ξεφορτώνουνε
Παρατατικός
εγώ ξεφόρτωνα
εσύ ξεφόρτωνες
αυτός/αυτή/αυτό ξεφόρτωνε
εμείς ξεφορτώναμε
εσείς ξεφορτώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεφόρτωναν / ξεφορτώναν / ξεφορτώνανε
Αόριστος
εγώ ξεφόρτωσα
εσύ ξεφόρτωσες
αυτός/αυτή/αυτό ξεφόρτωσε
εμείς ξεφορτώσαμε
εσείς ξεφορτώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεφόρτωσαν / ξεφορτώσαν / ξεφορτώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ξεφορτώνω
εσύ θα ξεφορτώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεφορτώνει
εμείς θα ξεφορτώνουμε
εσείς θα ξεφορτώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεφορτώνουν / θα ξεφορτώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξεφορτώσω
εσύ θα ξεφορτώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεφορτώσει
εμείς θα ξεφορτώσουμε
εσείς θα ξεφορτώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεφορτώσουν / θα ξεφορτώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ξεφορτώσω
εσύ να ξεφορτώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ξεφορτώσει
εμείς να ξεφορτώσουμε
εσείς να ξεφορτώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξεφορτώσουν / ξεφορτώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ξεφορτώσει
εσύ έχεις ξεφορτώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξεφορτώσει
εμείς έχουμε ξεφορτώσει
εσείς έχετε ξεφορτώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξεφορτώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ξεφορτώσει
εσύ είχες ξεφορτώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξεφορτώσει
εμείς είχαμε ξεφορτώσει
εσείς είχατε ξεφορτώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξεφορτώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ξεφορτώσει
εσύ θα έχεις ξεφορτώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξεφορτώσει
εμείς θα έχουμε ξεφορτώσει
εσείς θα έχετε ξεφορτώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξεφορτώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ξεφόρτωνε
(εσείς) ξεφορτώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ξεφόρτωσε
(εσείς) ξεφορτώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ξεφορτώνομαι
εσύ ξεφορτώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ξεφορτώνεται
εμείς ξεφορτωνόμαστε
εσείς ξεφορτώνεστε / ξεφορτωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεφορτώνονται
Παρατατικός
εγώ ξεφορτωνόμουν / ξεφορτωνόμουνα
εσύ ξεφορτωνόσουν / ξεφορτωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ξεφορτωνόταν / ξεφορτωνότανε
εμείς ξεφορτωνόμασταν / ξεφορτωνόμαστε
εσείς ξεφορτωνόσασταν / ξεφορτωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεφορτώνονταν / ξεφορτωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ ξεφορτώθηκα
εσύ ξεφορτώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ξεφορτώθηκε
εμείς ξεφορτωθήκαμε
εσείς ξεφορτωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεφορτώθηκαν / ξεφορτωθήκαν / ξεφορτωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ξεφορτώνομαι
εσύ θα ξεφορτώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεφορτώνεται
εμείς θα ξεφορτωνόμαστε
εσείς θα ξεφορτώνεστε / θα ξεφορτωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεφορτώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξεφορτωθώ
εσύ θα ξεφορτωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεφορτωθεί
εμείς θα ξεφορτωθούμε
εσείς θα ξεφορτωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεφορτωθούν / θα ξεφορτωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ξεφορτωθώ
εσύ να ξεφορτωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ξεφορτωθεί
εμείς να ξεφορτωθούμε
εσείς να ξεφορτωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξεφορτωθούν / ξεφορτωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ξεφορτωθεί
εσύ έχεις ξεφορτωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξεφορτωθεί
εμείς έχουμε ξεφορτωθεί
εσείς έχετε ξεφορτωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξεφορτωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ξεφορτωθεί
εσύ είχες ξεφορτωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξεφορτωθεί
εμείς είχαμε ξεφορτωθεί
εσείς είχατε ξεφορτωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξεφορτωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ξεφορτωθεί
εσύ θα έχεις ξεφορτωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξεφορτωθεί
εμείς θα έχουμε ξεφορτωθεί
εσείς θα έχετε ξεφορτωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξεφορτωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ξεφορτώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ξεφορτώσου
(εσείς) ξεφορτωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ξεφορτώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ξεφορτώσει
Μετοχή παρακειμένου
ξεφορτωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ξεφορτώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ξεφορτωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.