Κλίση του ρήματος ξεφλουδίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

ξεφλουδίζω
to peel, hull, husk, shell, shuck
Πλήρης κλίση του ρήματος ξεφλουδίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ξεφλουδίζω
εσύ ξεφλουδίζεις
αυτός/αυτή/αυτό ξεφλουδίζει
εμείς ξεφλουδίζουμε
εσείς ξεφλουδίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεφλουδίζουν / ξεφλουδίζουνε

Παρατατικός

εγώ ξεφλούδιζα
εσύ ξεφλούδιζες
αυτός/αυτή/αυτό ξεφλούδιζε
εμείς ξεφλουδίζαμε
εσείς ξεφλουδίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεφλούδιζαν / ξεφλουδίζαν / ξεφλουδίζανε

Αόριστος

εγώ ξεφλούδισα
εσύ ξεφλούδισες
αυτός/αυτή/αυτό ξεφλούδισε
εμείς ξεφλουδίσαμε
εσείς ξεφλουδίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεφλούδισαν / ξεφλουδίσαν / ξεφλουδίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ξεφλουδίζω
εσύ θα ξεφλουδίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεφλουδίζει
εμείς θα ξεφλουδίζουμε
εσείς θα ξεφλουδίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεφλουδίζουν / θα ξεφλουδίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ξεφλουδίσω
εσύ θα ξεφλουδίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεφλουδίσει
εμείς θα ξεφλουδίσουμε
εσείς θα ξεφλουδίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεφλουδίσουν / θα ξεφλουδίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ξεφλουδίσω
εσύ να ξεφλουδίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ξεφλουδίσει
εμείς να ξεφλουδίσουμε
εσείς να ξεφλουδίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξεφλουδίσουν / ξεφλουδίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ξεφλουδίσει
εσύ έχεις ξεφλουδίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξεφλουδίσει
εμείς έχουμε ξεφλουδίσει
εσείς έχετε ξεφλουδίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξεφλουδίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ξεφλουδίσει
εσύ είχες ξεφλουδίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξεφλουδίσει
εμείς είχαμε ξεφλουδίσει
εσείς είχατε ξεφλουδίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξεφλουδίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ξεφλουδίσει
εσύ θα έχεις ξεφλουδίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξεφλουδίσει
εμείς θα έχουμε ξεφλουδίσει
εσείς θα έχετε ξεφλουδίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξεφλουδίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) ξεφλούδιζε
(εσείς) ξεφλουδίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ξεφλούδισε
(εσείς) ξεφλουδίστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ξεφλουδίζομαι
εσύ ξεφλουδίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ξεφλουδίζεται
εμείς ξεφλουδιζόμαστε
εσείς ξεφλουδίζεστε / ξεφλουδιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεφλουδίζονται

Παρατατικός

εγώ ξεφλουδιζόμουν / ξεφλουδιζόμουνα
εσύ ξεφλουδιζόσουν / ξεφλουδιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ξεφλουδιζόταν / ξεφλουδιζότανε
εμείς ξεφλουδιζόμασταν / ξεφλουδιζόμαστε
εσείς ξεφλουδιζόσασταν / ξεφλουδιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεφλουδίζονταν / ξεφλουδιζόντουσαν

Αόριστος

εγώ ξεφλουδίστηκα
εσύ ξεφλουδίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό ξεφλουδίστηκε
εμείς ξεφλουδιστήκαμε
εσείς ξεφλουδιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεφλουδίστηκαν / ξεφλουδιστήκαν / ξεφλουδιστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ξεφλουδίζομαι
εσύ θα ξεφλουδίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεφλουδίζεται
εμείς θα ξεφλουδιζόμαστε
εσείς θα ξεφλουδίζεστε / θα ξεφλουδιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεφλουδίζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ξεφλουδιστώ
εσύ θα ξεφλουδιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεφλουδιστεί
εμείς θα ξεφλουδιστούμε
εσείς θα ξεφλουδιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεφλουδιστούν / θα ξεφλουδιστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ξεφλουδιστώ
εσύ να ξεφλουδιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να ξεφλουδιστεί
εμείς να ξεφλουδιστούμε
εσείς να ξεφλουδιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξεφλουδιστούν / ξεφλουδιστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ξεφλουδιστεί
εσύ έχεις ξεφλουδιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξεφλουδιστεί
εμείς έχουμε ξεφλουδιστεί
εσείς έχετε ξεφλουδιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξεφλουδιστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ξεφλουδιστεί
εσύ είχες ξεφλουδιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξεφλουδιστεί
εμείς είχαμε ξεφλουδιστεί
εσείς είχατε ξεφλουδιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξεφλουδιστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ξεφλουδιστεί
εσύ θα έχεις ξεφλουδιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξεφλουδιστεί
εμείς θα έχουμε ξεφλουδιστεί
εσείς θα έχετε ξεφλουδιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξεφλουδιστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) ξεφλουδίζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ξεφλουδίσου
(εσείς) ξεφλουδιστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

ξεφλουδίζοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας ξεφλουδίσει

Μετοχή παρακειμένου

ξεφλουδισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

ξεφλουδίσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

ξεφλουδιστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.