Κλίση του ρήματος ξεφαντώνω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

ξεφαντώνω
to have a blast, to live it up, to revel (to enjoy oneself at a festive gathering)
Πλήρης κλίση του ρήματος ξεφαντώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ξεφαντώνω
εσύ ξεφαντώνεις
αυτός/αυτή/αυτό ξεφαντώνει
εμείς ξεφαντώνουμε
εσείς ξεφαντώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεφαντώνουν / ξεφαντώνουνε

Παρατατικός

εγώ ξεφάντωνα
εσύ ξεφάντωνες
αυτός/αυτή/αυτό ξεφάντωνε
εμείς ξεφαντώναμε
εσείς ξεφαντώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεφάντωναν / ξεφαντώναν / ξεφαντώνανε

Αόριστος

εγώ ξεφάντωσα
εσύ ξεφάντωσες
αυτός/αυτή/αυτό ξεφάντωσε
εμείς ξεφαντώσαμε
εσείς ξεφαντώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεφάντωσαν / ξεφαντώσαν / ξεφαντώσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ξεφαντώνω
εσύ θα ξεφαντώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεφαντώνει
εμείς θα ξεφαντώνουμε
εσείς θα ξεφαντώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεφαντώνουν / θα ξεφαντώνουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ξεφαντώσω
εσύ θα ξεφαντώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεφαντώσει
εμείς θα ξεφαντώσουμε
εσείς θα ξεφαντώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεφαντώσουν / θα ξεφαντώσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ξεφαντώσω
εσύ να ξεφαντώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ξεφαντώσει
εμείς να ξεφαντώσουμε
εσείς να ξεφαντώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξεφαντώσουν / ξεφαντώσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ξεφαντώσει
εσύ έχεις ξεφαντώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξεφαντώσει
εμείς έχουμε ξεφαντώσει
εσείς έχετε ξεφαντώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξεφαντώσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ξεφαντώσει
εσύ είχες ξεφαντώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξεφαντώσει
εμείς είχαμε ξεφαντώσει
εσείς είχατε ξεφαντώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξεφαντώσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ξεφαντώσει
εσύ θα έχεις ξεφαντώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξεφαντώσει
εμείς θα έχουμε ξεφαντώσει
εσείς θα έχετε ξεφαντώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξεφαντώσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) ξεφάντωνε
(εσείς) ξεφαντώνετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ξεφάντωσε
(εσείς) ξεφαντώστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

ξεφαντώνοντας / έχοντας ξεφαντώσει

Απαρέμφατο

ξεφαντώσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.