Κλίση του ρήματος ξεσπιτώνω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

ξεσπιτώνω
to throw out, evict (force to leave a home)
Πλήρης κλίση του ρήματος ξεσπιτώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ξεσπιτώνω
εσύ ξεσπιτώνεις
αυτός/αυτή/αυτό ξεσπιτώνει
εμείς ξεσπιτώνουμε
εσείς ξεσπιτώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεσπιτώνουν / ξεσπιτώνουνε

Παρατατικός

εγώ ξεσπίτωνα
εσύ ξεσπίτωνες
αυτός/αυτή/αυτό ξεσπίτωνε
εμείς ξεσπιτώναμε
εσείς ξεσπιτώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεσπίτωναν / ξεσπιτώναν / ξεσπιτώνανε

Αόριστος

εγώ ξεσπίτωσα
εσύ ξεσπίτωσες
αυτός/αυτή/αυτό ξεσπίτωσε
εμείς ξεσπιτώσαμε
εσείς ξεσπιτώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεσπίτωσαν / ξεσπιτώσαν / ξεσπιτώσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ξεσπιτώνω
εσύ θα ξεσπιτώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεσπιτώνει
εμείς θα ξεσπιτώνουμε
εσείς θα ξεσπιτώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεσπιτώνουν / θα ξεσπιτώνουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ξεσπιτώσω
εσύ θα ξεσπιτώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεσπιτώσει
εμείς θα ξεσπιτώσουμε
εσείς θα ξεσπιτώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεσπιτώσουν / θα ξεσπιτώσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ξεσπιτώσω
εσύ να ξεσπιτώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ξεσπιτώσει
εμείς να ξεσπιτώσουμε
εσείς να ξεσπιτώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξεσπιτώσουν / ξεσπιτώσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ξεσπιτώσει
εσύ έχεις ξεσπιτώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξεσπιτώσει
εμείς έχουμε ξεσπιτώσει
εσείς έχετε ξεσπιτώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξεσπιτώσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ξεσπιτώσει
εσύ είχες ξεσπιτώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξεσπιτώσει
εμείς είχαμε ξεσπιτώσει
εσείς είχατε ξεσπιτώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξεσπιτώσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ξεσπιτώσει
εσύ θα έχεις ξεσπιτώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξεσπιτώσει
εμείς θα έχουμε ξεσπιτώσει
εσείς θα έχετε ξεσπιτώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξεσπιτώσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) ξεσπίτωνε
(εσείς) ξεσπιτώνετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ξεσπίτωσε
(εσείς) ξεσπιτώστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ξεσπιτώνομαι
εσύ ξεσπιτώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ξεσπιτώνεται
εμείς ξεσπιτωνόμαστε
εσείς ξεσπιτώνεστε / ξεσπιτωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεσπιτώνονται

Παρατατικός

εγώ ξεσπιτωνόμουν / ξεσπιτωνόμουνα
εσύ ξεσπιτωνόσουν / ξεσπιτωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ξεσπιτωνόταν / ξεσπιτωνότανε
εμείς ξεσπιτωνόμασταν / ξεσπιτωνόμαστε
εσείς ξεσπιτωνόσασταν / ξεσπιτωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεσπιτώνονταν / ξεσπιτωνόντουσαν

Αόριστος

εγώ ξεσπιτώθηκα
εσύ ξεσπιτώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ξεσπιτώθηκε
εμείς ξεσπιτωθήκαμε
εσείς ξεσπιτωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεσπιτώθηκαν / ξεσπιτωθήκαν / ξεσπιτωθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ξεσπιτώνομαι
εσύ θα ξεσπιτώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεσπιτώνεται
εμείς θα ξεσπιτωνόμαστε
εσείς θα ξεσπιτώνεστε / θα ξεσπιτωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεσπιτώνονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ξεσπιτωθώ
εσύ θα ξεσπιτωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεσπιτωθεί
εμείς θα ξεσπιτωθούμε
εσείς θα ξεσπιτωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεσπιτωθούν / θα ξεσπιτωθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ξεσπιτωθώ
εσύ να ξεσπιτωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ξεσπιτωθεί
εμείς να ξεσπιτωθούμε
εσείς να ξεσπιτωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξεσπιτωθούν / ξεσπιτωθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ξεσπιτωθεί
εσύ έχεις ξεσπιτωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξεσπιτωθεί
εμείς έχουμε ξεσπιτωθεί
εσείς έχετε ξεσπιτωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξεσπιτωθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ξεσπιτωθεί
εσύ είχες ξεσπιτωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξεσπιτωθεί
εμείς είχαμε ξεσπιτωθεί
εσείς είχατε ξεσπιτωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξεσπιτωθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ξεσπιτωθεί
εσύ θα έχεις ξεσπιτωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξεσπιτωθεί
εμείς θα έχουμε ξεσπιτωθεί
εσείς θα έχετε ξεσπιτωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξεσπιτωθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) ξεσπιτώνεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ξεσπιτώσου
(εσείς) ξεσπιτωθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

ξεσπιτώνοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας ξεσπιτώσει

Μετοχή παρακειμένου

ξεσπιτωμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

ξεσπιτώσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

ξεσπιτωθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.