to break out, to erupt (to begin suddenly and forcefully)
Πλήρης κλίση του ρήματος ξεσπάω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ξεσπάω / ξεσπώ
εσύ ξεσπάς
αυτός/αυτή/αυτό ξεσπάει / ξεσπά
εμείς ξεσπάμε / ξεσπούμε
εσείς ξεσπάτε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεσπάνε / ξεσπάν / ξεσπούν / ξεσπούνε
Παρατατικός
εγώ ξεσπούσα / ξέσπαγα
εσύ ξεσπούσες / ξέσπαγες
αυτός/αυτή/αυτό ξεσπούσε / ξέσπαγε
εμείς ξεσπούσαμε / ξεσπάγαμε
εσείς ξεσπούσατε / ξεσπάγατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεσπούσαν / ξεσπούσανε / ξέσπαγαν / ξεσπάγανε
Αόριστος
εγώ ξέσπασα
εσύ ξέσπασες
αυτός/αυτή/αυτό ξέσπασε
εμείς ξεσπάσαμε
εσείς ξεσπάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξέσπασαν / ξεσπάσαν / ξεσπάσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ξεσπάω / θα ξεσπώ
εσύ θα ξεσπάς
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεσπάει / θα ξεσπά
εμείς θα ξεσπάμε / θα ξεσπούμε
εσείς θα ξεσπάτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεσπάνε / θα ξεσπάν / θα ξεσπούν / θα ξεσπούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξεσπάσω
εσύ θα ξεσπάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεσπάσει
εμείς θα ξεσπάσουμε
εσείς θα ξεσπάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεσπάσουν / θα ξεσπάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ξεσπάσω
εσύ να ξεσπάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ξεσπάσει
εμείς να ξεσπάσουμε
εσείς να ξεσπάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξεσπάσουν / ξεσπάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ξεσπάσει
εσύ έχεις ξεσπάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξεσπάσει
εμείς έχουμε ξεσπάσει
εσείς έχετε ξεσπάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξεσπάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ξεσπάσει
εσύ είχες ξεσπάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξεσπάσει
εμείς είχαμε ξεσπάσει
εσείς είχατε ξεσπάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξεσπάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ξεσπάσει
εσύ θα έχεις ξεσπάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξεσπάσει
εμείς θα έχουμε ξεσπάσει
εσείς θα έχετε ξεσπάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξεσπάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ξέσπα / ξέσπαγε
(εσείς) ξεσπάτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ξέσπασε / ξέσπα
(εσείς) ξεσπάστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ξεσπώντας / έχοντας ξεσπάσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
ξεσπασμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ξεσπάσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.