Κλίση του ρήματος ξεσκονίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

ξεσκονίζω
to dust, remove dust
Πλήρης κλίση του ρήματος ξεσκονίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ξεσκονίζω
εσύ ξεσκονίζεις
αυτός/αυτή/αυτό ξεσκονίζει
εμείς ξεσκονίζουμε
εσείς ξεσκονίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεσκονίζουν / ξεσκονίζουνε

Παρατατικός

εγώ ξεσκόνιζα
εσύ ξεσκόνιζες
αυτός/αυτή/αυτό ξεσκόνιζε
εμείς ξεσκονίζαμε
εσείς ξεσκονίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεσκόνιζαν / ξεσκονίζαν / ξεσκονίζανε

Αόριστος

εγώ ξεσκόνισα
εσύ ξεσκόνισες
αυτός/αυτή/αυτό ξεσκόνισε
εμείς ξεσκονίσαμε
εσείς ξεσκονίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεσκόνισαν / ξεσκονίσαν / ξεσκονίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ξεσκονίζω
εσύ θα ξεσκονίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεσκονίζει
εμείς θα ξεσκονίζουμε
εσείς θα ξεσκονίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεσκονίζουν / θα ξεσκονίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ξεσκονίσω
εσύ θα ξεσκονίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεσκονίσει
εμείς θα ξεσκονίσουμε
εσείς θα ξεσκονίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεσκονίσουν / θα ξεσκονίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ξεσκονίσω
εσύ να ξεσκονίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ξεσκονίσει
εμείς να ξεσκονίσουμε
εσείς να ξεσκονίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξεσκονίσουν / ξεσκονίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ξεσκονίσει
εσύ έχεις ξεσκονίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξεσκονίσει
εμείς έχουμε ξεσκονίσει
εσείς έχετε ξεσκονίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξεσκονίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ξεσκονίσει
εσύ είχες ξεσκονίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξεσκονίσει
εμείς είχαμε ξεσκονίσει
εσείς είχατε ξεσκονίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξεσκονίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ξεσκονίσει
εσύ θα έχεις ξεσκονίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξεσκονίσει
εμείς θα έχουμε ξεσκονίσει
εσείς θα έχετε ξεσκονίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξεσκονίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) ξεσκόνιζε
(εσείς) ξεσκονίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ξεσκόνισε
(εσείς) ξεσκονίστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ξεσκονίζομαι
εσύ ξεσκονίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ξεσκονίζεται
εμείς ξεσκονιζόμαστε
εσείς ξεσκονίζεστε / ξεσκονιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεσκονίζονται

Παρατατικός

εγώ ξεσκονιζόμουν / ξεσκονιζόμουνα
εσύ ξεσκονιζόσουν / ξεσκονιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ξεσκονιζόταν / ξεσκονιζότανε
εμείς ξεσκονιζόμασταν / ξεσκονιζόμαστε
εσείς ξεσκονιζόσασταν / ξεσκονιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεσκονίζονταν / ξεσκονιζόντουσαν

Αόριστος

εγώ ξεσκονίστηκα
εσύ ξεσκονίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό ξεσκονίστηκε
εμείς ξεσκονιστήκαμε
εσείς ξεσκονιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεσκονίστηκαν / ξεσκονιστήκαν / ξεσκονιστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ξεσκονίζομαι
εσύ θα ξεσκονίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεσκονίζεται
εμείς θα ξεσκονιζόμαστε
εσείς θα ξεσκονίζεστε / θα ξεσκονιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεσκονίζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ξεσκονιστώ
εσύ θα ξεσκονιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεσκονιστεί
εμείς θα ξεσκονιστούμε
εσείς θα ξεσκονιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεσκονιστούν / θα ξεσκονιστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ξεσκονιστώ
εσύ να ξεσκονιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να ξεσκονιστεί
εμείς να ξεσκονιστούμε
εσείς να ξεσκονιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξεσκονιστούν / ξεσκονιστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ξεσκονιστεί
εσύ έχεις ξεσκονιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξεσκονιστεί
εμείς έχουμε ξεσκονιστεί
εσείς έχετε ξεσκονιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξεσκονιστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ξεσκονιστεί
εσύ είχες ξεσκονιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξεσκονιστεί
εμείς είχαμε ξεσκονιστεί
εσείς είχατε ξεσκονιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξεσκονιστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ξεσκονιστεί
εσύ θα έχεις ξεσκονιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξεσκονιστεί
εμείς θα έχουμε ξεσκονιστεί
εσείς θα έχετε ξεσκονιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξεσκονιστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) ξεσκονίζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ξεσκονίσου
(εσείς) ξεσκονιστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

ξεσκονίζοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας ξεσκονίσει

Μετοχή παρακειμένου

ξεσκονισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

ξεσκονίσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

ξεσκονιστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.