Κλίση του ρήματος ξεσκατώνω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

ξεσκατώνω
to wipe, clean (the faeces from the bottom of a baby, patient, etc)
Πλήρης κλίση του ρήματος ξεσκατώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ξεσκατώνω
εσύ ξεσκατώνεις
αυτός/αυτή/αυτό ξεσκατώνει
εμείς ξεσκατώνουμε
εσείς ξεσκατώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεσκατώνουν / ξεσκατώνουνε

Παρατατικός

εγώ ξεσκάτωνα
εσύ ξεσκάτωνες
αυτός/αυτή/αυτό ξεσκάτωνε
εμείς ξεσκατώναμε
εσείς ξεσκατώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεσκάτωναν / ξεσκατώναν / ξεσκατώνανε

Αόριστος

εγώ ξεσκάτωσα
εσύ ξεσκάτωσες
αυτός/αυτή/αυτό ξεσκάτωσε
εμείς ξεσκατώσαμε
εσείς ξεσκατώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεσκάτωσαν / ξεσκατώσαν / ξεσκατώσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ξεσκατώνω
εσύ θα ξεσκατώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεσκατώνει
εμείς θα ξεσκατώνουμε
εσείς θα ξεσκατώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεσκατώνουν / θα ξεσκατώνουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ξεσκατώσω
εσύ θα ξεσκατώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεσκατώσει
εμείς θα ξεσκατώσουμε
εσείς θα ξεσκατώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεσκατώσουν / θα ξεσκατώσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ξεσκατώσω
εσύ να ξεσκατώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ξεσκατώσει
εμείς να ξεσκατώσουμε
εσείς να ξεσκατώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξεσκατώσουν / ξεσκατώσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ξεσκατώσει
εσύ έχεις ξεσκατώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξεσκατώσει
εμείς έχουμε ξεσκατώσει
εσείς έχετε ξεσκατώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξεσκατώσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ξεσκατώσει
εσύ είχες ξεσκατώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξεσκατώσει
εμείς είχαμε ξεσκατώσει
εσείς είχατε ξεσκατώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξεσκατώσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ξεσκατώσει
εσύ θα έχεις ξεσκατώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξεσκατώσει
εμείς θα έχουμε ξεσκατώσει
εσείς θα έχετε ξεσκατώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξεσκατώσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) ξεσκάτωνε
(εσείς) ξεσκατώνετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ξεσκάτωσε
(εσείς) ξεσκατώστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ξεσκατώνομαι
εσύ ξεσκατώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ξεσκατώνεται
εμείς ξεσκατωνόμαστε
εσείς ξεσκατώνεστε / ξεσκατωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεσκατώνονται

Παρατατικός

εγώ ξεσκατωνόμουν / ξεσκατωνόμουνα
εσύ ξεσκατωνόσουν / ξεσκατωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ξεσκατωνόταν / ξεσκατωνότανε
εμείς ξεσκατωνόμασταν / ξεσκατωνόμαστε
εσείς ξεσκατωνόσασταν / ξεσκατωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεσκατώνονταν / ξεσκατωνόντουσαν

Αόριστος

εγώ ξεσκατώθηκα
εσύ ξεσκατώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ξεσκατώθηκε
εμείς ξεσκατωθήκαμε
εσείς ξεσκατωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεσκατώθηκαν / ξεσκατωθήκαν / ξεσκατωθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ξεσκατώνομαι
εσύ θα ξεσκατώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεσκατώνεται
εμείς θα ξεσκατωνόμαστε
εσείς θα ξεσκατώνεστε / θα ξεσκατωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεσκατώνονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ξεσκατωθώ
εσύ θα ξεσκατωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεσκατωθεί
εμείς θα ξεσκατωθούμε
εσείς θα ξεσκατωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεσκατωθούν / θα ξεσκατωθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ξεσκατωθώ
εσύ να ξεσκατωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ξεσκατωθεί
εμείς να ξεσκατωθούμε
εσείς να ξεσκατωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξεσκατωθούν / ξεσκατωθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ξεσκατωθεί
εσύ έχεις ξεσκατωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξεσκατωθεί
εμείς έχουμε ξεσκατωθεί
εσείς έχετε ξεσκατωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξεσκατωθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ξεσκατωθεί
εσύ είχες ξεσκατωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξεσκατωθεί
εμείς είχαμε ξεσκατωθεί
εσείς είχατε ξεσκατωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξεσκατωθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ξεσκατωθεί
εσύ θα έχεις ξεσκατωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξεσκατωθεί
εμείς θα έχουμε ξεσκατωθεί
εσείς θα έχετε ξεσκατωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξεσκατωθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) ξεσκατώνεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ξεσκατώσου
(εσείς) ξεσκατωθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

ξεσκατώνοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας ξεσκατώσει

Μετοχή παρακειμένου

ξεσκατωμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

ξεσκατώσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

ξεσκατωθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.