to lick one's lips when observing a desired food or yearning for something
Πλήρης κλίση του ρήματος ξερογλείφομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ξερογλείφομαι
εσύ ξερογλείφεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ξερογλείφεται
εμείς ξερογλειφόμαστε
εσείς ξερογλείφεστε / ξερογλειφόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ξερογλείφονται
Παρατατικός
εγώ ξερογλειφόμουν / ξερογλειφόμουνα
εσύ ξερογλειφόσουν / ξερογλειφόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ξερογλειφόταν / ξερογλειφότανε
εμείς ξερογλειφόμασταν / ξερογλειφόμαστε
εσείς ξερογλειφόσασταν / ξερογλειφόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ξερογλείφονταν / ξερογλειφόντουσαν
Αόριστος
εγώ ξερογλείφτηκα
εσύ ξερογλείφτηκες
αυτός/αυτή/αυτό ξερογλείφτηκε
εμείς ξερογλειφτήκαμε
εσείς ξερογλειφτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξερογλείφτηκαν / ξερογλειφτήκαν / ξερογλειφτήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ξερογλείφομαι
εσύ θα ξερογλείφεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ξερογλείφεται
εμείς θα ξερογλειφόμαστε
εσείς θα ξερογλείφεστε / θα ξερογλειφόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξερογλείφονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξερογλειφτώ
εσύ θα ξερογλειφτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ξερογλειφτεί
εμείς θα ξερογλειφτούμε
εσείς θα ξερογλειφτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξερογλειφτούν / θα ξερογλειφτούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ξερογλειφτώ
εσύ να ξερογλειφτείς
αυτός/αυτή/αυτό να ξερογλειφτεί
εμείς να ξερογλειφτούμε
εσείς να ξερογλειφτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξερογλειφτούν / ξερογλειφτούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ξερογλειφτεί
εσύ έχεις ξερογλειφτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξερογλειφτεί
εμείς έχουμε ξερογλειφτεί
εσείς έχετε ξερογλειφτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξερογλειφτεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ξερογλειφτεί
εσύ είχες ξερογλειφτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξερογλειφτεί
εμείς είχαμε ξερογλειφτεί
εσείς είχατε ξερογλειφτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξερογλειφτεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ξερογλειφτεί
εσύ θα έχεις ξερογλειφτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξερογλειφτεί
εμείς θα έχουμε ξερογλειφτεί
εσείς θα έχετε ξερογλειφτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξερογλειφτεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ξερογλείφεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ξερογλείψου
(εσείς) ξερογλειφτείτε
Ονοματικοί τύποι
Απαρέμφατο (παθητικό)
ξερογλειφτεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.