to vomit
Πλήρης κλίση του ρήματος ξερνάω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ξερνάω / ξερνώ
εσύ ξερνάς
αυτός/αυτή/αυτό ξερνάει / ξερνά
εμείς ξερνάμε / ξερνούμε
εσείς ξερνάτε
αυτοί/αυτές/αυτά ξερνάνε / ξερνάν / ξερνούν / ξερνούνε
Παρατατικός
εγώ ξερνούσα / ξέρναγα
εσύ ξερνούσες / ξέρναγες
αυτός/αυτή/αυτό ξερνούσε / ξέρναγε
εμείς ξερνούσαμε / ξερνάγαμε
εσείς ξερνούσατε / ξερνάγατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξερνούσαν / ξερνούσανε / ξέρναγαν / ξερνάγανε
Αόριστος
εγώ ξέρασα
εσύ ξέρασες
αυτός/αυτή/αυτό ξέρασε
εμείς ξεράσαμε
εσείς ξεράσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξέρασαν / ξεράσαν / ξεράσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ξερνάω / θα ξερνώ
εσύ θα ξερνάς
αυτός/αυτή/αυτό θα ξερνάει / θα ξερνά
εμείς θα ξερνάμε / θα ξερνούμε
εσείς θα ξερνάτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξερνάνε / θα ξερνάν / θα ξερνούν / θα ξερνούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξεράσω
εσύ θα ξεράσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεράσει
εμείς θα ξεράσουμε
εσείς θα ξεράσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεράσουν / θα ξεράσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ξεράσω
εσύ να ξεράσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ξεράσει
εμείς να ξεράσουμε
εσείς να ξεράσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξεράσουν / ξεράσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ξεράσει
εσύ έχεις ξεράσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξεράσει
εμείς έχουμε ξεράσει
εσείς έχετε ξεράσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξεράσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ξεράσει
εσύ είχες ξεράσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξεράσει
εμείς είχαμε ξεράσει
εσείς είχατε ξεράσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξεράσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ξεράσει
εσύ θα έχεις ξεράσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξεράσει
εμείς θα έχουμε ξεράσει
εσείς θα έχετε ξεράσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξεράσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ξέρνα / ξέρναγε
(εσείς) ξερνάτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ξέρασε / ξέρνα
(εσείς) ξεράστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ξερνιέμαι
εσύ ξερνιέσαι
αυτός/αυτή/αυτό ξερνιέται
εμείς ξερνιόμαστε
εσείς ξερνιέστε / ξερνιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ξερνιούνται / ξερνιόνται
Παρατατικός
εγώ ξερνιόμουν / ξερνιόμουνα
εσύ ξερνιόσουν / ξερνιόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ξερνιόταν / ξερνιότανε
εμείς ξερνιόμασταν / ξερνιόμαστε
εσείς ξερνιόσασταν / ξερνιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ξερνιόνταν / ξερνιόντανε / ξερνιόντουσαν / ξερνιούνταν
Αόριστος
εγώ ξεράστηκα
εσύ ξεράστηκες
αυτός/αυτή/αυτό ξεράστηκε
εμείς ξεραστήκαμε
εσείς ξεραστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεράστηκαν / ξεραστήκαν / ξεραστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ξερνιέμαι
εσύ θα ξερνιέσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ξερνιέται
εμείς θα ξερνιόμαστε
εσείς θα ξερνιέστε / θα ξερνιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξερνιούνται / θα ξερνιόνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξεραστώ
εσύ θα ξεραστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεραστεί
εμείς θα ξεραστούμε
εσείς θα ξεραστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεραστούν / θα ξεραστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ξεραστώ
εσύ να ξεραστείς
αυτός/αυτή/αυτό να ξεραστεί
εμείς να ξεραστούμε
εσείς να ξεραστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξεραστούν / ξεραστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ξεραστεί
εσύ έχεις ξεραστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξεραστεί
εμείς έχουμε ξεραστεί
εσείς έχετε ξεραστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξεραστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ξεραστεί
εσύ είχες ξεραστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξεραστεί
εμείς είχαμε ξεραστεί
εσείς είχατε ξεραστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξεραστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ξεραστεί
εσύ θα έχεις ξεραστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξεραστεί
εμείς θα έχουμε ξεραστεί
εσείς θα έχετε ξεραστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξεραστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ξερνιέστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ξεράσου
(εσείς) ξεραστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ξερνώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ξεράσει
Μετοχή παρακειμένου
ξερασμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ξεράσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ξεραστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.