to uproot, deracinate, extirpate
Πλήρης κλίση του ρήματος ξεριζώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ξεριζώνω
εσύ ξεριζώνεις
αυτός/αυτή/αυτό ξεριζώνει
εμείς ξεριζώνουμε
εσείς ξεριζώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεριζώνουν / ξεριζώνουνε
Παρατατικός
εγώ ξερίζωνα
εσύ ξερίζωνες
αυτός/αυτή/αυτό ξερίζωνε
εμείς ξεριζώναμε
εσείς ξεριζώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξερίζωναν / ξεριζώναν / ξεριζώνανε
Αόριστος
εγώ ξερίζωσα
εσύ ξερίζωσες
αυτός/αυτή/αυτό ξερίζωσε
εμείς ξεριζώσαμε
εσείς ξεριζώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξερίζωσαν / ξεριζώσαν / ξεριζώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ξεριζώνω
εσύ θα ξεριζώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεριζώνει
εμείς θα ξεριζώνουμε
εσείς θα ξεριζώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεριζώνουν / θα ξεριζώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξεριζώσω
εσύ θα ξεριζώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεριζώσει
εμείς θα ξεριζώσουμε
εσείς θα ξεριζώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεριζώσουν / θα ξεριζώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ξεριζώσω
εσύ να ξεριζώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ξεριζώσει
εμείς να ξεριζώσουμε
εσείς να ξεριζώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξεριζώσουν / ξεριζώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ξεριζώσει
εσύ έχεις ξεριζώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξεριζώσει
εμείς έχουμε ξεριζώσει
εσείς έχετε ξεριζώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξεριζώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ξεριζώσει
εσύ είχες ξεριζώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξεριζώσει
εμείς είχαμε ξεριζώσει
εσείς είχατε ξεριζώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξεριζώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ξεριζώσει
εσύ θα έχεις ξεριζώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξεριζώσει
εμείς θα έχουμε ξεριζώσει
εσείς θα έχετε ξεριζώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξεριζώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ξερίζωνε
(εσείς) ξεριζώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ξερίζωσε
(εσείς) ξεριζώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ξεριζώνομαι
εσύ ξεριζώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ξεριζώνεται
εμείς ξεριζωνόμαστε
εσείς ξεριζώνεστε / ξεριζωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεριζώνονται
Παρατατικός
εγώ ξεριζωνόμουν / ξεριζωνόμουνα
εσύ ξεριζωνόσουν / ξεριζωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ξεριζωνόταν / ξεριζωνότανε
εμείς ξεριζωνόμασταν / ξεριζωνόμαστε
εσείς ξεριζωνόσασταν / ξεριζωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεριζώνονταν / ξεριζωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ ξεριζώθηκα
εσύ ξεριζώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ξεριζώθηκε
εμείς ξεριζωθήκαμε
εσείς ξεριζωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεριζώθηκαν / ξεριζωθήκαν / ξεριζωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ξεριζώνομαι
εσύ θα ξεριζώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεριζώνεται
εμείς θα ξεριζωνόμαστε
εσείς θα ξεριζώνεστε / θα ξεριζωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεριζώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξεριζωθώ
εσύ θα ξεριζωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεριζωθεί
εμείς θα ξεριζωθούμε
εσείς θα ξεριζωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεριζωθούν / θα ξεριζωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ξεριζωθώ
εσύ να ξεριζωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ξεριζωθεί
εμείς να ξεριζωθούμε
εσείς να ξεριζωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξεριζωθούν / ξεριζωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ξεριζωθεί
εσύ έχεις ξεριζωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξεριζωθεί
εμείς έχουμε ξεριζωθεί
εσείς έχετε ξεριζωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξεριζωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ξεριζωθεί
εσύ είχες ξεριζωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξεριζωθεί
εμείς είχαμε ξεριζωθεί
εσείς είχατε ξεριζωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξεριζωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ξεριζωθεί
εσύ θα έχεις ξεριζωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξεριζωθεί
εμείς θα έχουμε ξεριζωθεί
εσείς θα έχετε ξεριζωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξεριζωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ξεριζώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ξεριζώσου
(εσείς) ξεριζωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ξεριζώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ξεριζώσει
Μετοχή παρακειμένου
ξεριζωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ξεριζώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ξεριζωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.