Κλίση του ρήματος ξεπροβάλλω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

ξεπροβάλλω
to appear gradually, pop up, spring into existence
Πλήρης κλίση του ρήματος ξεπροβάλλω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ξεπροβάλλω
εσύ ξεπροβάλλεις
αυτός/αυτή/αυτό ξεπροβάλλει
εμείς ξεπροβάλλουμε
εσείς ξεπροβάλλετε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεπροβάλλουν / ξεπροβάλλουνε

Παρατατικός

εγώ ξεπρόβαλλα
εσύ ξεπρόβαλλες
αυτός/αυτή/αυτό ξεπρόβαλλε
εμείς ξεπροβάλλαμε
εσείς ξεπροβάλλατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεπρόβαλλαν / ξεπροβάλλαν / ξεπροβάλλανε

Αόριστος

εγώ ξεπρόβαλα
εσύ ξεπρόβαλες
αυτός/αυτή/αυτό ξεπρόβαλε
εμείς ξεπροβάλαμε
εσείς ξεπροβάλατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεπρόβαλαν / ξεπροβάλαν / ξεπροβάλανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ξεπροβάλλω
εσύ θα ξεπροβάλλεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεπροβάλλει
εμείς θα ξεπροβάλλουμε
εσείς θα ξεπροβάλλετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεπροβάλλουν / θα ξεπροβάλλουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ξεπροβάλω
εσύ θα ξεπροβάλεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεπροβάλει
εμείς θα ξεπροβάλουμε
εσείς θα ξεπροβάλετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεπροβάλουν / θα ξεπροβάλουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ξεπροβάλω
εσύ να ξεπροβάλεις
αυτός/αυτή/αυτό να ξεπροβάλει
εμείς να ξεπροβάλουμε
εσείς να ξεπροβάλετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξεπροβάλουν / ξεπροβάλουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ξεπροβάλει
εσύ έχεις ξεπροβάλει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξεπροβάλει
εμείς έχουμε ξεπροβάλει
εσείς έχετε ξεπροβάλει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξεπροβάλει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ξεπροβάλει
εσύ είχες ξεπροβάλει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξεπροβάλει
εμείς είχαμε ξεπροβάλει
εσείς είχατε ξεπροβάλει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξεπροβάλει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ξεπροβάλει
εσύ θα έχεις ξεπροβάλει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξεπροβάλει
εμείς θα έχουμε ξεπροβάλει
εσείς θα έχετε ξεπροβάλει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξεπροβάλει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) ξεπρόβαλλε
(εσείς) ξεπροβάλλετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ξεπρόβαλε
(εσείς) ξεπροβάλετε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

ξεπροβάλλοντας / έχοντας ξεπροβάλει

Απαρέμφατο

ξεπροβάλει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.