Κλίση του ρήματος ξεποδαριάζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

ξεποδαριάζω
to exhaust / tire out with walking
Πλήρης κλίση του ρήματος ξεποδαριάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ξεποδαριάζω
εσύ ξεποδαριάζεις
αυτός/αυτή/αυτό ξεποδαριάζει
εμείς ξεποδαριάζουμε
εσείς ξεποδαριάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεποδαριάζουν / ξεποδαριάζουνε

Παρατατικός

εγώ ξεποδάριαζα
εσύ ξεποδάριαζες
αυτός/αυτή/αυτό ξεποδάριαζε
εμείς ξεποδαριάζαμε
εσείς ξεποδαριάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεποδάριαζαν / ξεποδαριάζαν / ξεποδαριάζανε

Αόριστος

εγώ ξεποδάριασα
εσύ ξεποδάριασες
αυτός/αυτή/αυτό ξεποδάριασε
εμείς ξεποδαριάσαμε
εσείς ξεποδαριάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεποδάριασαν / ξεποδαριάσαν / ξεποδαριάσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ξεποδαριάζω
εσύ θα ξεποδαριάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεποδαριάζει
εμείς θα ξεποδαριάζουμε
εσείς θα ξεποδαριάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεποδαριάζουν / θα ξεποδαριάζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ξεποδαριάσω
εσύ θα ξεποδαριάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεποδαριάσει
εμείς θα ξεποδαριάσουμε
εσείς θα ξεποδαριάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεποδαριάσουν / θα ξεποδαριάσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ξεποδαριάσω
εσύ να ξεποδαριάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ξεποδαριάσει
εμείς να ξεποδαριάσουμε
εσείς να ξεποδαριάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξεποδαριάσουν / ξεποδαριάσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ξεποδαριάσει
εσύ έχεις ξεποδαριάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξεποδαριάσει
εμείς έχουμε ξεποδαριάσει
εσείς έχετε ξεποδαριάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξεποδαριάσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ξεποδαριάσει
εσύ είχες ξεποδαριάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξεποδαριάσει
εμείς είχαμε ξεποδαριάσει
εσείς είχατε ξεποδαριάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξεποδαριάσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ξεποδαριάσει
εσύ θα έχεις ξεποδαριάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξεποδαριάσει
εμείς θα έχουμε ξεποδαριάσει
εσείς θα έχετε ξεποδαριάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξεποδαριάσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) ξεποδάριαζε
(εσείς) ξεποδαριάζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ξεποδάριασε
(εσείς) ξεποδαριάστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ξεποδαριάζομαι
εσύ ξεποδαριάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ξεποδαριάζεται
εμείς ξεποδαριαζόμαστε
εσείς ξεποδαριάζεστε / ξεποδαριαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεποδαριάζονται

Παρατατικός

εγώ ξεποδαριαζόμουν / ξεποδαριαζόμουνα
εσύ ξεποδαριαζόσουν / ξεποδαριαζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ξεποδαριαζόταν / ξεποδαριαζότανε
εμείς ξεποδαριαζόμασταν / ξεποδαριαζόμαστε
εσείς ξεποδαριαζόσασταν / ξεποδαριαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεποδαριάζονταν / ξεποδαριαζόντουσαν

Αόριστος

εγώ ξεποδαριάστηκα
εσύ ξεποδαριάστηκες
αυτός/αυτή/αυτό ξεποδαριάστηκε
εμείς ξεποδαριαστήκαμε
εσείς ξεποδαριαστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεποδαριάστηκαν / ξεποδαριαστήκαν / ξεποδαριαστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ξεποδαριάζομαι
εσύ θα ξεποδαριάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεποδαριάζεται
εμείς θα ξεποδαριαζόμαστε
εσείς θα ξεποδαριάζεστε / θα ξεποδαριαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεποδαριάζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ξεποδαριαστώ
εσύ θα ξεποδαριαστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεποδαριαστεί
εμείς θα ξεποδαριαστούμε
εσείς θα ξεποδαριαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεποδαριαστούν / θα ξεποδαριαστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ξεποδαριαστώ
εσύ να ξεποδαριαστείς
αυτός/αυτή/αυτό να ξεποδαριαστεί
εμείς να ξεποδαριαστούμε
εσείς να ξεποδαριαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξεποδαριαστούν / ξεποδαριαστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ξεποδαριαστεί
εσύ έχεις ξεποδαριαστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξεποδαριαστεί
εμείς έχουμε ξεποδαριαστεί
εσείς έχετε ξεποδαριαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξεποδαριαστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ξεποδαριαστεί
εσύ είχες ξεποδαριαστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξεποδαριαστεί
εμείς είχαμε ξεποδαριαστεί
εσείς είχατε ξεποδαριαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξεποδαριαστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ξεποδαριαστεί
εσύ θα έχεις ξεποδαριαστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξεποδαριαστεί
εμείς θα έχουμε ξεποδαριαστεί
εσείς θα έχετε ξεποδαριαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξεποδαριαστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) ξεποδαριάζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ξεποδαριάσου
(εσείς) ξεποδαριαστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

ξεποδαριάζοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας ξεποδαριάσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

ξεποδαριαζόμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

ξεποδαριασμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

ξεποδαριάσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

ξεποδαριαστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.