to maintain a vigil (by the sick or the dead)
Πλήρης κλίση του ρήματος ξενυχτίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ξενυχτίζω
εσύ ξενυχτίζεις
αυτός/αυτή/αυτό ξενυχτίζει
εμείς ξενυχτίζουμε
εσείς ξενυχτίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά ξενυχτίζουν / ξενυχτίζουνε
Παρατατικός
εγώ ξενύχτιζα
εσύ ξενύχτιζες
αυτός/αυτή/αυτό ξενύχτιζε
εμείς ξενυχτίζαμε
εσείς ξενυχτίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξενύχτιζαν / ξενυχτίζαν / ξενυχτίζανε
Αόριστος
εγώ ξενύχτισα
εσύ ξενύχτισες
αυτός/αυτή/αυτό ξενύχτισε
εμείς ξενυχτίσαμε
εσείς ξενυχτίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξενύχτισαν / ξενυχτίσαν / ξενυχτίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ξενυχτίζω
εσύ θα ξενυχτίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξενυχτίζει
εμείς θα ξενυχτίζουμε
εσείς θα ξενυχτίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξενυχτίζουν / θα ξενυχτίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξενυχτίσω
εσύ θα ξενυχτίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξενυχτίσει
εμείς θα ξενυχτίσουμε
εσείς θα ξενυχτίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξενυχτίσουν / θα ξενυχτίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ξενυχτίσω
εσύ να ξενυχτίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ξενυχτίσει
εμείς να ξενυχτίσουμε
εσείς να ξενυχτίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξενυχτίσουν / ξενυχτίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ξενυχτίσει
εσύ έχεις ξενυχτίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξενυχτίσει
εμείς έχουμε ξενυχτίσει
εσείς έχετε ξενυχτίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξενυχτίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ξενυχτίσει
εσύ είχες ξενυχτίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξενυχτίσει
εμείς είχαμε ξενυχτίσει
εσείς είχατε ξενυχτίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξενυχτίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ξενυχτίσει
εσύ θα έχεις ξενυχτίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξενυχτίσει
εμείς θα έχουμε ξενυχτίσει
εσείς θα έχετε ξενυχτίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξενυχτίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ξενύχτιζε
(εσείς) ξενυχτίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ξενύχτισε
(εσείς) ξενυχτίστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ξενυχτίζοντας / έχοντας ξενυχτίσει
Απαρέμφατο
ξενυχτίσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.