to undress (to remove the clothing off)
Πλήρης κλίση του ρήματος ξεντύνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ξεντύνω
εσύ ξεντύνεις
αυτός/αυτή/αυτό ξεντύνει
εμείς ξεντύνουμε
εσείς ξεντύνετε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεντύνουν / ξεντύνουνε
Παρατατικός
εγώ ξέντυνα
εσύ ξέντυνες
αυτός/αυτή/αυτό ξέντυνε
εμείς ξεντύναμε
εσείς ξεντύνατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξέντυναν / ξεντύναν / ξεντύνανε
Αόριστος
εγώ ξέντυσα
εσύ ξέντυσες
αυτός/αυτή/αυτό ξέντυσε
εμείς ξεντύσαμε
εσείς ξεντύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξέντυσαν / ξεντύσαν / ξεντύσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ξεντύνω
εσύ θα ξεντύνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεντύνει
εμείς θα ξεντύνουμε
εσείς θα ξεντύνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεντύνουν / θα ξεντύνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξεντύσω
εσύ θα ξεντύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεντύσει
εμείς θα ξεντύσουμε
εσείς θα ξεντύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεντύσουν / θα ξεντύσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ξεντύσω
εσύ να ξεντύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ξεντύσει
εμείς να ξεντύσουμε
εσείς να ξεντύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξεντύσουν / ξεντύσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ξεντύσει
εσύ έχεις ξεντύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξεντύσει
εμείς έχουμε ξεντύσει
εσείς έχετε ξεντύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξεντύσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ξεντύσει
εσύ είχες ξεντύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξεντύσει
εμείς είχαμε ξεντύσει
εσείς είχατε ξεντύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξεντύσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ξεντύσει
εσύ θα έχεις ξεντύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξεντύσει
εμείς θα έχουμε ξεντύσει
εσείς θα έχετε ξεντύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξεντύσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ξέντυνε
(εσείς) ξεντύνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ξέντυσε
(εσείς) ξεντύστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ξεντύνομαι
εσύ ξεντύνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ξεντύνεται
εμείς ξεντυνόμαστε
εσείς ξεντύνεστε / ξεντυνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεντύνονται
Παρατατικός
εγώ ξεντυνόμουν / ξεντυνόμουνα
εσύ ξεντυνόσουν / ξεντυνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ξεντυνόταν / ξεντυνότανε
εμείς ξεντυνόμασταν / ξεντυνόμαστε
εσείς ξεντυνόσασταν / ξεντυνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεντύνονταν / ξεντυνόντουσαν
Αόριστος
εγώ ξεντύθηκα
εσύ ξεντύθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ξεντύθηκε
εμείς ξεντυθήκαμε
εσείς ξεντυθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεντύθηκαν / ξεντυθήκαν / ξεντυθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ξεντύνομαι
εσύ θα ξεντύνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεντύνεται
εμείς θα ξεντυνόμαστε
εσείς θα ξεντύνεστε / θα ξεντυνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεντύνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξεντυθώ
εσύ θα ξεντυθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεντυθεί
εμείς θα ξεντυθούμε
εσείς θα ξεντυθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεντυθούν / θα ξεντυθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ξεντυθώ
εσύ να ξεντυθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ξεντυθεί
εμείς να ξεντυθούμε
εσείς να ξεντυθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξεντυθούν / ξεντυθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ξεντυθεί
εσύ έχεις ξεντυθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξεντυθεί
εμείς έχουμε ξεντυθεί
εσείς έχετε ξεντυθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξεντυθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ξεντυθεί
εσύ είχες ξεντυθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξεντυθεί
εμείς είχαμε ξεντυθεί
εσείς είχατε ξεντυθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξεντυθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ξεντυθεί
εσύ θα έχεις ξεντυθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξεντυθεί
εμείς θα έχουμε ξεντυθεί
εσείς θα έχετε ξεντυθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξεντυθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ξεντύνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ξεντύσου
(εσείς) ξεντυθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ξεντύνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ξεντύσει
Μετοχή παρακειμένου
ξεντυμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ξεντύσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ξεντυθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.