to show around, give a tour
Πλήρης κλίση του ρήματος ξεναγώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ξεναγώ
εσύ ξεναγείς
αυτός/αυτή/αυτό ξεναγεί
εμείς ξεναγούμε
εσείς ξεναγείτε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεναγούν / ξεναγούνε
Παρατατικός
εγώ ξεναγούσα
εσύ ξεναγούσες
αυτός/αυτή/αυτό ξεναγούσε
εμείς ξεναγούσαμε
εσείς ξεναγούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεναγούσαν / ξεναγούσανε
Αόριστος
εγώ ξενάγησα
εσύ ξενάγησες
αυτός/αυτή/αυτό ξενάγησε
εμείς ξεναγήσαμε
εσείς ξεναγήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξενάγησαν / ξεναγήσαν / ξεναγήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ξεναγώ
εσύ θα ξεναγείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεναγεί
εμείς θα ξεναγούμε
εσείς θα ξεναγείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεναγούν / θα ξεναγούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξεναγήσω
εσύ θα ξεναγήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεναγήσει
εμείς θα ξεναγήσουμε
εσείς θα ξεναγήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεναγήσουν / θα ξεναγήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ξεναγήσω
εσύ να ξεναγήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ξεναγήσει
εμείς να ξεναγήσουμε
εσείς να ξεναγήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξεναγήσουν / ξεναγήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ξεναγήσει
εσύ έχεις ξεναγήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξεναγήσει
εμείς έχουμε ξεναγήσει
εσείς έχετε ξεναγήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξεναγήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ξεναγήσει
εσύ είχες ξεναγήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξεναγήσει
εμείς είχαμε ξεναγήσει
εσείς είχατε ξεναγήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξεναγήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ξεναγήσει
εσύ θα έχεις ξεναγήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξεναγήσει
εμείς θα έχουμε ξεναγήσει
εσείς θα έχετε ξεναγήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξεναγήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ξεναγείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ξενάγησε
(εσείς) ξεναγήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ξεναγούμαι
εσύ ξεναγείσαι
αυτός/αυτή/αυτό ξεναγείται
εμείς ξεναγούμαστε / ξεναγόμαστε
εσείς ξεναγείστε / ξεναγόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεναγούνται
Παρατατικός
εγώ ξεναγούμουν / ξεναγούμουνα / ξεναγόμουν / ξεναγόμουνα
εσύ ξεναγόσουν / ξεναγόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ξεναγούνταν / ξεναγόταν / ξεναγότανε / ξεναγείτο
εμείς ξεναγούμασταν / ‑ούμαστε / ξεναγόμασταν / ‑όμαστε
εσείς ξεναγόσασταν / ‑όσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεναγούνταν / ξεναγόνταν / ξεναγόντανε / ξεναγόντουσαν / ξεναγούντο
Αόριστος
εγώ ξεναγήθηκα
εσύ ξεναγήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ξεναγήθηκε
εμείς ξεναγηθήκαμε
εσείς ξεναγηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεναγήθηκαν / ξεναγηθήκαν / ξεναγηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ξεναγούμαι
εσύ θα ξεναγείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεναγείται
εμείς θα ξεναγούμαστε / θα ξεναγόμαστε
εσείς θα ξεναγείστε / θα ξεναγόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεναγούνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξεναγηθώ
εσύ θα ξεναγηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεναγηθεί
εμείς θα ξεναγηθούμε
εσείς θα ξεναγηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεναγηθούν / θα ξεναγηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ξεναγηθώ
εσύ να ξεναγηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ξεναγηθεί
εμείς να ξεναγηθούμε
εσείς να ξεναγηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξεναγηθούν / ξεναγηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ξεναγηθεί
εσύ έχεις ξεναγηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξεναγηθεί
εμείς έχουμε ξεναγηθεί
εσείς έχετε ξεναγηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξεναγηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ξεναγηθεί
εσύ είχες ξεναγηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξεναγηθεί
εμείς είχαμε ξεναγηθεί
εσείς είχατε ξεναγηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξεναγηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ξεναγηθεί
εσύ θα έχεις ξεναγηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξεναγηθεί
εμείς θα έχουμε ξεναγηθεί
εσείς θα έχετε ξεναγηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξεναγηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ξεναγείστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ξεναγήσου
(εσείς) ξεναγηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ξεναγώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ξεναγήσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
ξεναγούμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
ξεναγημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ξεναγήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ξεναγηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.