to tease (separate the fibers of clothing)
Πλήρης κλίση του ρήματος ξεμπλέκω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ξεμπλέκω
εσύ ξεμπλέκεις
αυτός/αυτή/αυτό ξεμπλέκει
εμείς ξεμπλέκουμε
εσείς ξεμπλέκετε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεμπλέκουν / ξεμπλέκουνε
Παρατατικός
εγώ ξέμπλεκα
εσύ ξέμπλεκες
αυτός/αυτή/αυτό ξέμπλεκε
εμείς ξεμπλέκαμε
εσείς ξεμπλέκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξέμπλεκαν / ξεμπλέκαν / ξεμπλέκανε
Αόριστος
εγώ ξέμπλεξα
εσύ ξέμπλεξες
αυτός/αυτή/αυτό ξέμπλεξε
εμείς ξεμπλέξαμε
εσείς ξεμπλέξατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξέμπλεξαν / ξεμπλέξαν / ξεμπλέξανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ξεμπλέκω
εσύ θα ξεμπλέκεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεμπλέκει
εμείς θα ξεμπλέκουμε
εσείς θα ξεμπλέκετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεμπλέκουν / θα ξεμπλέκουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξεμπλέξω
εσύ θα ξεμπλέξεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεμπλέξει
εμείς θα ξεμπλέξουμε
εσείς θα ξεμπλέξετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεμπλέξουν / θα ξεμπλέξουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ξεμπλέξω
εσύ να ξεμπλέξεις
αυτός/αυτή/αυτό να ξεμπλέξει
εμείς να ξεμπλέξουμε
εσείς να ξεμπλέξετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξεμπλέξουν / ξεμπλέξουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ξεμπλέξει
εσύ έχεις ξεμπλέξει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξεμπλέξει
εμείς έχουμε ξεμπλέξει
εσείς έχετε ξεμπλέξει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξεμπλέξει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ξεμπλέξει
εσύ είχες ξεμπλέξει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξεμπλέξει
εμείς είχαμε ξεμπλέξει
εσείς είχατε ξεμπλέξει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξεμπλέξει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ξεμπλέξει
εσύ θα έχεις ξεμπλέξει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξεμπλέξει
εμείς θα έχουμε ξεμπλέξει
εσείς θα έχετε ξεμπλέξει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξεμπλέξει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ξεμπλέκε
(εσείς) ξεμπλέκετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ξέμπλεξε / ξέμπλεχ'
(εσείς) ξεμπλέξτε / ξεμπλέχτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ξεμπλέκομαι
εσύ ξεμπλέκεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ξεμπλέκεται
εμείς ξεμπλεκόμαστε
εσείς ξεμπλέκεστε / ξεμπλεκόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεμπλέκονται
Παρατατικός
εγώ ξεμπλεκόμουν / ξεμπλεκόμουνα
εσύ ξεμπλεκόσουν / ξεμπλεκόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ξεμπλεκόταν / ξεμπλεκότανε
εμείς ξεμπλεκόμασταν / ξεμπλεκόμαστε
εσείς ξεμπλεκόσασταν / ξεμπλεκόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεμπλέκονταν / ξεμπλεκόντουσαν
Αόριστος
εγώ ξεμπλέχτηκα
εσύ ξεμπλέχτηκες
αυτός/αυτή/αυτό ξεμπλέχτηκε
εμείς ξεμπλεχτήκαμε
εσείς ξεμπλεχτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεμπλέχτηκαν / ξεμπλεχτήκαν / ξεμπλεχτήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ξεμπλέκομαι
εσύ θα ξεμπλέκεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεμπλέκεται
εμείς θα ξεμπλεκόμαστε
εσείς θα ξεμπλέκεστε / θα ξεμπλεκόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεμπλέκονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξεμπλεχτώ
εσύ θα ξεμπλεχτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεμπλεχτεί
εμείς θα ξεμπλεχτούμε
εσείς θα ξεμπλεχτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεμπλεχτούν / θα ξεμπλεχτούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ξεμπλεχτώ
εσύ να ξεμπλεχτείς
αυτός/αυτή/αυτό να ξεμπλεχτεί
εμείς να ξεμπλεχτούμε
εσείς να ξεμπλεχτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξεμπλεχτούν / ξεμπλεχτούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ξεμπλεχτεί
εσύ έχεις ξεμπλεχτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξεμπλεχτεί
εμείς έχουμε ξεμπλεχτεί
εσείς έχετε ξεμπλεχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξεμπλεχτεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ξεμπλεχτεί
εσύ είχες ξεμπλεχτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξεμπλεχτεί
εμείς είχαμε ξεμπλεχτεί
εσείς είχατε ξεμπλεχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξεμπλεχτεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ξεμπλεχτεί
εσύ θα έχεις ξεμπλεχτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξεμπλεχτεί
εμείς θα έχουμε ξεμπλεχτεί
εσείς θα έχετε ξεμπλεχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξεμπλεχτεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ξεμπλέκεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ξεμπλέξου
(εσείς) ξεμπλεχτείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ξεμπλέκοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ξεμπλέξει
Μετοχή παρακειμένου
πλεγμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ξεμπλέξει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ξεμπλεχτεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.