Κλίση του ρήματος ξεμπερδεύω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

ξεμπερδεύω
to untangle (hair, string, difficult problem)
Πλήρης κλίση του ρήματος ξεμπερδεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ξεμπερδεύω
εσύ ξεμπερδεύεις
αυτός/αυτή/αυτό ξεμπερδεύει
εμείς ξεμπερδεύουμε
εσείς ξεμπερδεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεμπερδεύουν / ξεμπερδεύουνε

Παρατατικός

εγώ ξεμπέρδευα
εσύ ξεμπέρδευες
αυτός/αυτή/αυτό ξεμπέρδευε
εμείς ξεμπερδεύαμε
εσείς ξεμπερδεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεμπέρδευαν / ξεμπερδεύαν / ξεμπερδεύανε

Αόριστος

εγώ ξεμπέρδεψα
εσύ ξεμπέρδεψες
αυτός/αυτή/αυτό ξεμπέρδεψε
εμείς ξεμπερδέψαμε
εσείς ξεμπερδέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεμπέρδεψαν / ξεμπερδέψαν / ξεμπερδέψανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ξεμπερδεύω
εσύ θα ξεμπερδεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεμπερδεύει
εμείς θα ξεμπερδεύουμε
εσείς θα ξεμπερδεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεμπερδεύουν / θα ξεμπερδεύουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ξεμπερδέψω
εσύ θα ξεμπερδέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεμπερδέψει
εμείς θα ξεμπερδέψουμε
εσείς θα ξεμπερδέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεμπερδέψουν / θα ξεμπερδέψουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ξεμπερδέψω
εσύ να ξεμπερδέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να ξεμπερδέψει
εμείς να ξεμπερδέψουμε
εσείς να ξεμπερδέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξεμπερδέψουν / ξεμπερδέψουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ξεμπερδέψει
εσύ έχεις ξεμπερδέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξεμπερδέψει
εμείς έχουμε ξεμπερδέψει
εσείς έχετε ξεμπερδέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξεμπερδέψει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ξεμπερδέψει
εσύ είχες ξεμπερδέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξεμπερδέψει
εμείς είχαμε ξεμπερδέψει
εσείς είχατε ξεμπερδέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξεμπερδέψει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ξεμπερδέψει
εσύ θα έχεις ξεμπερδέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξεμπερδέψει
εμείς θα έχουμε ξεμπερδέψει
εσείς θα έχετε ξεμπερδέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξεμπερδέψει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) ξεμπέρδευε
(εσείς) ξεμπερδεύετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ξεμπέρδεψε / ξεμπέρδευ'
(εσείς) ξεμπερδέψτε / ξεμπερδεύτε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ξεμπερδεύομαι
εσύ ξεμπερδεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ξεμπερδεύεται
εμείς ξεμπερδευόμαστε
εσείς ξεμπερδεύεστε / ξεμπερδευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεμπερδεύονται

Παρατατικός

εγώ ξεμπερδευόμουν / ξεμπερδευόμουνα
εσύ ξεμπερδευόσουν / ξεμπερδευόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ξεμπερδευόταν / ξεμπερδευότανε
εμείς ξεμπερδευόμασταν / ξεμπερδευόμαστε
εσείς ξεμπερδευόσασταν / ξεμπερδευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεμπερδεύονταν / ξεμπερδευόντουσαν

Αόριστος

εγώ ξεμπερδεύτηκα
εσύ ξεμπερδεύτηκες
αυτός/αυτή/αυτό ξεμπερδεύτηκε
εμείς ξεμπερδευτήκαμε
εσείς ξεμπερδευτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεμπερδεύτηκαν / ξεμπερδευτήκαν / ξεμπερδευτήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ξεμπερδεύομαι
εσύ θα ξεμπερδεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεμπερδεύεται
εμείς θα ξεμπερδευόμαστε
εσείς θα ξεμπερδεύεστε / θα ξεμπερδευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεμπερδεύονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ξεμπερδευτώ
εσύ θα ξεμπερδευτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεμπερδευτεί
εμείς θα ξεμπερδευτούμε
εσείς θα ξεμπερδευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεμπερδευτούν / θα ξεμπερδευτούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ξεμπερδευτώ
εσύ να ξεμπερδευτείς
αυτός/αυτή/αυτό να ξεμπερδευτεί
εμείς να ξεμπερδευτούμε
εσείς να ξεμπερδευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξεμπερδευτούν / ξεμπερδευτούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ξεμπερδευτεί
εσύ έχεις ξεμπερδευτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξεμπερδευτεί
εμείς έχουμε ξεμπερδευτεί
εσείς έχετε ξεμπερδευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξεμπερδευτεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ξεμπερδευτεί
εσύ είχες ξεμπερδευτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξεμπερδευτεί
εμείς είχαμε ξεμπερδευτεί
εσείς είχατε ξεμπερδευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξεμπερδευτεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ξεμπερδευτεί
εσύ θα έχεις ξεμπερδευτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξεμπερδευτεί
εμείς θα έχουμε ξεμπερδευτεί
εσείς θα έχετε ξεμπερδευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξεμπερδευτεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) ξεμπερδεύεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ξεμπερδέψου
(εσείς) ξεμπερδευτείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

ξεμπερδεύοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας ξεμπερδέψει

Μετοχή παρακειμένου

ξεμπερδεμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

ξεμπερδέψει

Απαρέμφατο (παθητικό)

ξεμπερδευτεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.