to untie, unbind, undo, unbuckle
Πλήρης κλίση του ρήματος ξελύνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ξελύνω
εσύ ξελύνεις
αυτός/αυτή/αυτό ξελύνει
εμείς ξελύνουμε
εσείς ξελύνετε
αυτοί/αυτές/αυτά ξελύνουν / ξελύνουνε
Παρατατικός
εγώ ξέλυνα
εσύ ξέλυνες
αυτός/αυτή/αυτό ξέλυνε
εμείς ξελύναμε
εσείς ξελύνατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξέλυναν / ξελύναν / ξελύνανε
Αόριστος
εγώ ξέλυσα
εσύ ξέλυσες
αυτός/αυτή/αυτό ξέλυσε
εμείς ξελύσαμε
εσείς ξελύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξέλυσαν / ξελύσαν / ξελύσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ξελύνω
εσύ θα ξελύνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξελύνει
εμείς θα ξελύνουμε
εσείς θα ξελύνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξελύνουν / θα ξελύνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξελύσω
εσύ θα ξελύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξελύσει
εμείς θα ξελύσουμε
εσείς θα ξελύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξελύσουν / θα ξελύσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ξελύσω
εσύ να ξελύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ξελύσει
εμείς να ξελύσουμε
εσείς να ξελύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξελύσουν / ξελύσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ξελύσει
εσύ έχεις ξελύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξελύσει
εμείς έχουμε ξελύσει
εσείς έχετε ξελύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξελύσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ξελύσει
εσύ είχες ξελύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξελύσει
εμείς είχαμε ξελύσει
εσείς είχατε ξελύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξελύσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ξελύσει
εσύ θα έχεις ξελύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξελύσει
εμείς θα έχουμε ξελύσει
εσείς θα έχετε ξελύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξελύσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ξέλυνε
(εσείς) ξελύνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ξέλυσε
(εσείς) ξελύστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ξελύνομαι
εσύ ξελύνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ξελύνεται
εμείς ξελυνόμαστε
εσείς ξελύνεστε / ξελυνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ξελύνονται
Παρατατικός
εγώ ξελυνόμουν / ξελυνόμουνα
εσύ ξελυνόσουν / ξελυνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ξελυνόταν / ξελυνότανε
εμείς ξελυνόμασταν / ξελυνόμαστε
εσείς ξελυνόσασταν / ξελυνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ξελύνονταν / ξελυνόντουσαν
Αόριστος
εγώ ξελύθηκα
εσύ ξελύθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ξελύθηκε
εμείς ξελυθήκαμε
εσείς ξελυθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξελύθηκαν / ξελυθήκαν / ξελυθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ξελύνομαι
εσύ θα ξελύνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ξελύνεται
εμείς θα ξελυνόμαστε
εσείς θα ξελύνεστε / θα ξελυνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξελύνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξελυθώ
εσύ θα ξελυθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ξελυθεί
εμείς θα ξελυθούμε
εσείς θα ξελυθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξελυθούν / θα ξελυθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ξελυθώ
εσύ να ξελυθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ξελυθεί
εμείς να ξελυθούμε
εσείς να ξελυθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξελυθούν / ξελυθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ξελυθεί
εσύ έχεις ξελυθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξελυθεί
εμείς έχουμε ξελυθεί
εσείς έχετε ξελυθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξελυθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ξελυθεί
εσύ είχες ξελυθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξελυθεί
εμείς είχαμε ξελυθεί
εσείς είχατε ξελυθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξελυθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ξελυθεί
εσύ θα έχεις ξελυθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξελυθεί
εμείς θα έχουμε ξελυθεί
εσείς θα έχετε ξελυθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξελυθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ξελύνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ξελύσου
(εσείς) ξελυθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ξελύνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ξελύσει
Μετοχή παρακειμένου
ξελυμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ξελύσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ξελυθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.