to tempt, seduce, entice (to attract by arousing desire or hope)
Πλήρης κλίση του ρήματος ξελογιάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ξελογιάζω
εσύ ξελογιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό ξελογιάζει
εμείς ξελογιάζουμε
εσείς ξελογιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά ξελογιάζουν / ξελογιάζουνε
Παρατατικός
εγώ ξελόγιαζα
εσύ ξελόγιαζες
αυτός/αυτή/αυτό ξελόγιαζε
εμείς ξελογιάζαμε
εσείς ξελογιάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξελόγιαζαν / ξελογιάζαν / ξελογιάζανε
Αόριστος
εγώ ξελόγιασα
εσύ ξελόγιασες
αυτός/αυτή/αυτό ξελόγιασε
εμείς ξελογιάσαμε
εσείς ξελογιάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξελόγιασαν / ξελογιάσαν / ξελογιάσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ξελογιάζω
εσύ θα ξελογιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξελογιάζει
εμείς θα ξελογιάζουμε
εσείς θα ξελογιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξελογιάζουν / θα ξελογιάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξελογιάσω
εσύ θα ξελογιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξελογιάσει
εμείς θα ξελογιάσουμε
εσείς θα ξελογιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξελογιάσουν / θα ξελογιάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ξελογιάσω
εσύ να ξελογιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ξελογιάσει
εμείς να ξελογιάσουμε
εσείς να ξελογιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξελογιάσουν / ξελογιάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ξελογιάσει
εσύ έχεις ξελογιάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξελογιάσει
εμείς έχουμε ξελογιάσει
εσείς έχετε ξελογιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξελογιάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ξελογιάσει
εσύ είχες ξελογιάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξελογιάσει
εμείς είχαμε ξελογιάσει
εσείς είχατε ξελογιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξελογιάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ξελογιάσει
εσύ θα έχεις ξελογιάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξελογιάσει
εμείς θα έχουμε ξελογιάσει
εσείς θα έχετε ξελογιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξελογιάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ξελόγιαζε
(εσείς) ξελογιάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ξελόγιασε
(εσείς) ξελογιάστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ξελογιάζομαι
εσύ ξελογιάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ξελογιάζεται
εμείς ξελογιαζόμαστε
εσείς ξελογιάζεστε / ξελογιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ξελογιάζονται
Παρατατικός
εγώ ξελογιαζόμουν / ξελογιαζόμουνα
εσύ ξελογιαζόσουν / ξελογιαζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ξελογιαζόταν / ξελογιαζότανε
εμείς ξελογιαζόμασταν / ξελογιαζόμαστε
εσείς ξελογιαζόσασταν / ξελογιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ξελογιάζονταν / ξελογιαζόντουσαν
Αόριστος
εγώ ξελογιάστηκα
εσύ ξελογιάστηκες
αυτός/αυτή/αυτό ξελογιάστηκε
εμείς ξελογιαστήκαμε
εσείς ξελογιαστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξελογιάστηκαν / ξελογιαστήκαν / ξελογιαστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ξελογιάζομαι
εσύ θα ξελογιάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ξελογιάζεται
εμείς θα ξελογιαζόμαστε
εσείς θα ξελογιάζεστε / θα ξελογιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξελογιάζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξελογιαστώ
εσύ θα ξελογιαστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ξελογιαστεί
εμείς θα ξελογιαστούμε
εσείς θα ξελογιαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξελογιαστούν / θα ξελογιαστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ξελογιαστώ
εσύ να ξελογιαστείς
αυτός/αυτή/αυτό να ξελογιαστεί
εμείς να ξελογιαστούμε
εσείς να ξελογιαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξελογιαστούν / ξελογιαστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ξελογιαστεί
εσύ έχεις ξελογιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξελογιαστεί
εμείς έχουμε ξελογιαστεί
εσείς έχετε ξελογιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξελογιαστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ξελογιαστεί
εσύ είχες ξελογιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξελογιαστεί
εμείς είχαμε ξελογιαστεί
εσείς είχατε ξελογιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξελογιαστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ξελογιαστεί
εσύ θα έχεις ξελογιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξελογιαστεί
εμείς θα έχουμε ξελογιαστεί
εσείς θα έχετε ξελογιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξελογιαστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ξελογιάζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ξελογιάσου
(εσείς) ξελογιαστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ξελογιάζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ξελογιάσει
Μετοχή παρακειμένου
ξελογιασμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ξελογιάσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ξελογιαστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.