to shout oneself hoarse
Πλήρης κλίση του ρήματος ξελαρυγγίζομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ξελαρυγγίζομαι
εσύ ξελαρυγγίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ξελαρυγγίζεται
εμείς ξελαρυγγιζόμαστε
εσείς ξελαρυγγίζεστε / ξελαρυγγιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ξελαρυγγίζονται
Παρατατικός
εγώ ξελαρυγγιζόμουν / ξελαρυγγιζόμουνα
εσύ ξελαρυγγιζόσουν / ξελαρυγγιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ξελαρυγγιζόταν / ξελαρυγγιζότανε
εμείς ξελαρυγγιζόμασταν / ξελαρυγγιζόμαστε
εσείς ξελαρυγγιζόσασταν / ξελαρυγγιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ξελαρυγγίζονταν / ξελαρυγγιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ ξελαρυγγίστηκα
εσύ ξελαρυγγίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό ξελαρυγγίστηκε
εμείς ξελαρυγγιστήκαμε
εσείς ξελαρυγγιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξελαρυγγίστηκαν / ξελαρυγγιστήκαν / ξελαρυγγιστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ξελαρυγγίζομαι
εσύ θα ξελαρυγγίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ξελαρυγγίζεται
εμείς θα ξελαρυγγιζόμαστε
εσείς θα ξελαρυγγίζεστε / θα ξελαρυγγιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξελαρυγγίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξελαρυγγιστώ
εσύ θα ξελαρυγγιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ξελαρυγγιστεί
εμείς θα ξελαρυγγιστούμε
εσείς θα ξελαρυγγιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξελαρυγγιστούν / θα ξελαρυγγιστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ξελαρυγγιστώ
εσύ να ξελαρυγγιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να ξελαρυγγιστεί
εμείς να ξελαρυγγιστούμε
εσείς να ξελαρυγγιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξελαρυγγιστούν / ξελαρυγγιστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ξελαρυγγιστεί
εσύ έχεις ξελαρυγγιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξελαρυγγιστεί
εμείς έχουμε ξελαρυγγιστεί
εσείς έχετε ξελαρυγγιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξελαρυγγιστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ξελαρυγγιστεί
εσύ είχες ξελαρυγγιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξελαρυγγιστεί
εμείς είχαμε ξελαρυγγιστεί
εσείς είχατε ξελαρυγγιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξελαρυγγιστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ξελαρυγγιστεί
εσύ θα έχεις ξελαρυγγιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξελαρυγγιστεί
εμείς θα έχουμε ξελαρυγγιστεί
εσείς θα έχετε ξελαρυγγιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξελαρυγγιστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ξελαρυγγίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ξελαρυγγίσου
(εσείς) ξελαρυγγιστείτε
Ονοματικοί τύποι
Απαρέμφατο (παθητικό)
ξελαρυγγιστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.