to bugger, sodomize (especially violently or roughly)
Πλήρης κλίση του ρήματος ξεκωλώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ξεκωλώνω
εσύ ξεκωλώνεις
αυτός/αυτή/αυτό ξεκωλώνει
εμείς ξεκωλώνουμε
εσείς ξεκωλώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεκωλώνουν / ξεκωλώνουνε
Παρατατικός
εγώ ξεκώλωνα
εσύ ξεκώλωνες
αυτός/αυτή/αυτό ξεκώλωνε
εμείς ξεκωλώναμε
εσείς ξεκωλώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεκώλωναν / ξεκωλώναν / ξεκωλώνανε
Αόριστος
εγώ ξεκώλωσα
εσύ ξεκώλωσες
αυτός/αυτή/αυτό ξεκώλωσε
εμείς ξεκωλώσαμε
εσείς ξεκωλώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεκώλωσαν / ξεκωλώσαν / ξεκωλώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ξεκωλώνω
εσύ θα ξεκωλώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεκωλώνει
εμείς θα ξεκωλώνουμε
εσείς θα ξεκωλώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεκωλώνουν / θα ξεκωλώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξεκωλώσω
εσύ θα ξεκωλώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεκωλώσει
εμείς θα ξεκωλώσουμε
εσείς θα ξεκωλώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεκωλώσουν / θα ξεκωλώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ξεκωλώσω
εσύ να ξεκωλώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ξεκωλώσει
εμείς να ξεκωλώσουμε
εσείς να ξεκωλώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξεκωλώσουν / ξεκωλώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ξεκωλώσει
εσύ έχεις ξεκωλώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξεκωλώσει
εμείς έχουμε ξεκωλώσει
εσείς έχετε ξεκωλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξεκωλώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ξεκωλώσει
εσύ είχες ξεκωλώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξεκωλώσει
εμείς είχαμε ξεκωλώσει
εσείς είχατε ξεκωλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξεκωλώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ξεκωλώσει
εσύ θα έχεις ξεκωλώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξεκωλώσει
εμείς θα έχουμε ξεκωλώσει
εσείς θα έχετε ξεκωλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξεκωλώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ξεκώλωνε
(εσείς) ξεκωλώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ξεκώλωσε
(εσείς) ξεκωλώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ξεκωλώνομαι
εσύ ξεκωλώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ξεκωλώνεται
εμείς ξεκωλωνόμαστε
εσείς ξεκωλώνεστε / ξεκωλωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεκωλώνονται
Παρατατικός
εγώ ξεκωλωνόμουν / ξεκωλωνόμουνα
εσύ ξεκωλωνόσουν / ξεκωλωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ξεκωλωνόταν / ξεκωλωνότανε
εμείς ξεκωλωνόμασταν / ξεκωλωνόμαστε
εσείς ξεκωλωνόσασταν / ξεκωλωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεκωλώνονταν / ξεκωλωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ ξεκωλώθηκα
εσύ ξεκωλώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ξεκωλώθηκε
εμείς ξεκωλωθήκαμε
εσείς ξεκωλωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεκωλώθηκαν / ξεκωλωθήκαν / ξεκωλωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ξεκωλώνομαι
εσύ θα ξεκωλώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεκωλώνεται
εμείς θα ξεκωλωνόμαστε
εσείς θα ξεκωλώνεστε / θα ξεκωλωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεκωλώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξεκωλωθώ
εσύ θα ξεκωλωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεκωλωθεί
εμείς θα ξεκωλωθούμε
εσείς θα ξεκωλωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεκωλωθούν / θα ξεκωλωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ξεκωλωθώ
εσύ να ξεκωλωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ξεκωλωθεί
εμείς να ξεκωλωθούμε
εσείς να ξεκωλωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξεκωλωθούν / ξεκωλωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ξεκωλωθεί
εσύ έχεις ξεκωλωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξεκωλωθεί
εμείς έχουμε ξεκωλωθεί
εσείς έχετε ξεκωλωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξεκωλωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ξεκωλωθεί
εσύ είχες ξεκωλωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξεκωλωθεί
εμείς είχαμε ξεκωλωθεί
εσείς είχατε ξεκωλωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξεκωλωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ξεκωλωθεί
εσύ θα έχεις ξεκωλωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξεκωλωθεί
εμείς θα έχουμε ξεκωλωθεί
εσείς θα έχετε ξεκωλωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξεκωλωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ξεκωλώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ξεκωλώσου
(εσείς) ξεκωλωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ξεκωλώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ξεκωλώσει
Μετοχή παρακειμένου
ξεκωλωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ξεκωλώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ξεκωλωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.