alternative form of ξεκωλώνω (xekolóno)
Πλήρης κλίση του ρήματος ξεκωλιάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ξεκωλιάζω
εσύ ξεκωλιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό ξεκωλιάζει
εμείς ξεκωλιάζουμε
εσείς ξεκωλιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεκωλιάζουν / ξεκωλιάζουνε
Παρατατικός
εγώ ξεκώλιαζα
εσύ ξεκώλιαζες
αυτός/αυτή/αυτό ξεκώλιαζε
εμείς ξεκωλιάζαμε
εσείς ξεκωλιάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεκώλιαζαν / ξεκωλιάζαν / ξεκωλιάζανε
Αόριστος
εγώ ξεκώλιασα
εσύ ξεκώλιασες
αυτός/αυτή/αυτό ξεκώλιασε
εμείς ξεκωλιάσαμε
εσείς ξεκωλιάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεκώλιασαν / ξεκωλιάσαν / ξεκωλιάσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ξεκωλιάζω
εσύ θα ξεκωλιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεκωλιάζει
εμείς θα ξεκωλιάζουμε
εσείς θα ξεκωλιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεκωλιάζουν / θα ξεκωλιάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξεκωλιάσω
εσύ θα ξεκωλιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεκωλιάσει
εμείς θα ξεκωλιάσουμε
εσείς θα ξεκωλιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεκωλιάσουν / θα ξεκωλιάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ξεκωλιάσω
εσύ να ξεκωλιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ξεκωλιάσει
εμείς να ξεκωλιάσουμε
εσείς να ξεκωλιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξεκωλιάσουν / ξεκωλιάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ξεκωλιάσει
εσύ έχεις ξεκωλιάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξεκωλιάσει
εμείς έχουμε ξεκωλιάσει
εσείς έχετε ξεκωλιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξεκωλιάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ξεκωλιάσει
εσύ είχες ξεκωλιάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξεκωλιάσει
εμείς είχαμε ξεκωλιάσει
εσείς είχατε ξεκωλιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξεκωλιάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ξεκωλιάσει
εσύ θα έχεις ξεκωλιάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξεκωλιάσει
εμείς θα έχουμε ξεκωλιάσει
εσείς θα έχετε ξεκωλιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξεκωλιάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ξεκώλιαζε
(εσείς) ξεκωλιάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ξεκώλιασε
(εσείς) ξεκωλιάστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ξεκωλιάζομαι
εσύ ξεκωλιάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ξεκωλιάζεται
εμείς ξεκωλιαζόμαστε
εσείς ξεκωλιάζεστε / ξεκωλιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεκωλιάζονται
Παρατατικός
εγώ ξεκωλιαζόμουν / ξεκωλιαζόμουνα
εσύ ξεκωλιαζόσουν / ξεκωλιαζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ξεκωλιαζόταν / ξεκωλιαζότανε
εμείς ξεκωλιαζόμασταν / ξεκωλιαζόμαστε
εσείς ξεκωλιαζόσασταν / ξεκωλιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεκωλιάζονταν / ξεκωλιαζόντουσαν
Αόριστος
εγώ ξεκωλιάστηκα
εσύ ξεκωλιάστηκες
αυτός/αυτή/αυτό ξεκωλιάστηκε
εμείς ξεκωλιαστήκαμε
εσείς ξεκωλιαστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεκωλιάστηκαν / ξεκωλιαστήκαν / ξεκωλιαστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ξεκωλιάζομαι
εσύ θα ξεκωλιάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεκωλιάζεται
εμείς θα ξεκωλιαζόμαστε
εσείς θα ξεκωλιάζεστε / θα ξεκωλιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεκωλιάζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξεκωλιαστώ
εσύ θα ξεκωλιαστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεκωλιαστεί
εμείς θα ξεκωλιαστούμε
εσείς θα ξεκωλιαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεκωλιαστούν / θα ξεκωλιαστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ξεκωλιαστώ
εσύ να ξεκωλιαστείς
αυτός/αυτή/αυτό να ξεκωλιαστεί
εμείς να ξεκωλιαστούμε
εσείς να ξεκωλιαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξεκωλιαστούν / ξεκωλιαστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ξεκωλιαστεί
εσύ έχεις ξεκωλιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξεκωλιαστεί
εμείς έχουμε ξεκωλιαστεί
εσείς έχετε ξεκωλιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξεκωλιαστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ξεκωλιαστεί
εσύ είχες ξεκωλιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξεκωλιαστεί
εμείς είχαμε ξεκωλιαστεί
εσείς είχατε ξεκωλιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξεκωλιαστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ξεκωλιαστεί
εσύ θα έχεις ξεκωλιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξεκωλιαστεί
εμείς θα έχουμε ξεκωλιαστεί
εσείς θα έχετε ξεκωλιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξεκωλιαστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ξεκωλιάζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ξεκωλιάσου
(εσείς) ξεκωλιαστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ξεκωλιάζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ξεκωλιάσει
Μετοχή παρακειμένου
ξεκωλιασμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ξεκωλιάσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ξεκωλιαστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.