to summer, to spend the summer
Πλήρης κλίση του ρήματος ξεκαλοκαιριάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ξεκαλοκαιριάζω
εσύ ξεκαλοκαιριάζεις
αυτός/αυτή/αυτό ξεκαλοκαιριάζει
εμείς ξεκαλοκαιριάζουμε
εσείς ξεκαλοκαιριάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεκαλοκαιριάζουν / ξεκαλοκαιριάζουνε
Παρατατικός
εγώ ξεκαλοκαίριαζα
εσύ ξεκαλοκαίριαζες
αυτός/αυτή/αυτό ξεκαλοκαίριαζε
εμείς ξεκαλοκαιριάζαμε
εσείς ξεκαλοκαιριάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεκαλοκαίριαζαν / ξεκαλοκαιριάζαν / ξεκαλοκαιριάζανε
Αόριστος
εγώ ξεκαλοκαίριασα
εσύ ξεκαλοκαίριασες
αυτός/αυτή/αυτό ξεκαλοκαίριασε
εμείς ξεκαλοκαιριάσαμε
εσείς ξεκαλοκαιριάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεκαλοκαίριασαν / ξεκαλοκαιριάσαν / ξεκαλοκαιριάσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ξεκαλοκαιριάζω
εσύ θα ξεκαλοκαιριάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεκαλοκαιριάζει
εμείς θα ξεκαλοκαιριάζουμε
εσείς θα ξεκαλοκαιριάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεκαλοκαιριάζουν / θα ξεκαλοκαιριάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξεκαλοκαιριάσω
εσύ θα ξεκαλοκαιριάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεκαλοκαιριάσει
εμείς θα ξεκαλοκαιριάσουμε
εσείς θα ξεκαλοκαιριάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεκαλοκαιριάσουν / θα ξεκαλοκαιριάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ξεκαλοκαιριάσω
εσύ να ξεκαλοκαιριάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ξεκαλοκαιριάσει
εμείς να ξεκαλοκαιριάσουμε
εσείς να ξεκαλοκαιριάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξεκαλοκαιριάσουν / ξεκαλοκαιριάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ξεκαλοκαιριάσει
εσύ έχεις ξεκαλοκαιριάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξεκαλοκαιριάσει
εμείς έχουμε ξεκαλοκαιριάσει
εσείς έχετε ξεκαλοκαιριάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξεκαλοκαιριάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ξεκαλοκαιριάσει
εσύ είχες ξεκαλοκαιριάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξεκαλοκαιριάσει
εμείς είχαμε ξεκαλοκαιριάσει
εσείς είχατε ξεκαλοκαιριάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξεκαλοκαιριάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ξεκαλοκαιριάσει
εσύ θα έχεις ξεκαλοκαιριάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξεκαλοκαιριάσει
εμείς θα έχουμε ξεκαλοκαιριάσει
εσείς θα έχετε ξεκαλοκαιριάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξεκαλοκαιριάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ξεκαλοκαίριαζε
(εσείς) ξεκαλοκαιριάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ξεκαλοκαίριασε
(εσείς) ξεκαλοκαιριάστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ξεκαλοκαιριάζοντας / έχοντας ξεκαλοκαιριάσει
Απαρέμφατο
ξεκαλοκαιριάσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.