Κλίση του ρήματος ξεκαθαρίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

ξεκαθαρίζω
to make (something) clear, to clear misunderstandings and questions, to clarify
Πλήρης κλίση του ρήματος ξεκαθαρίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ξεκαθαρίζω
εσύ ξεκαθαρίζεις
αυτός/αυτή/αυτό ξεκαθαρίζει
εμείς ξεκαθαρίζουμε
εσείς ξεκαθαρίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεκαθαρίζουν / ξεκαθαρίζουνε

Παρατατικός

εγώ ξεκαθάριζα
εσύ ξεκαθάριζες
αυτός/αυτή/αυτό ξεκαθάριζε
εμείς ξεκαθαρίζαμε
εσείς ξεκαθαρίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεκαθάριζαν / ξεκαθαρίζαν / ξεκαθαρίζανε

Αόριστος

εγώ ξεκαθάρισα
εσύ ξεκαθάρισες
αυτός/αυτή/αυτό ξεκαθάρισε
εμείς ξεκαθαρίσαμε
εσείς ξεκαθαρίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεκαθάρισαν / ξεκαθαρίσαν / ξεκαθαρίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ξεκαθαρίζω
εσύ θα ξεκαθαρίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεκαθαρίζει
εμείς θα ξεκαθαρίζουμε
εσείς θα ξεκαθαρίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεκαθαρίζουν / θα ξεκαθαρίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ξεκαθαρίσω
εσύ θα ξεκαθαρίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεκαθαρίσει
εμείς θα ξεκαθαρίσουμε
εσείς θα ξεκαθαρίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεκαθαρίσουν / θα ξεκαθαρίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ξεκαθαρίσω
εσύ να ξεκαθαρίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ξεκαθαρίσει
εμείς να ξεκαθαρίσουμε
εσείς να ξεκαθαρίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξεκαθαρίσουν / ξεκαθαρίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ξεκαθαρίσει
εσύ έχεις ξεκαθαρίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξεκαθαρίσει
εμείς έχουμε ξεκαθαρίσει
εσείς έχετε ξεκαθαρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξεκαθαρίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ξεκαθαρίσει
εσύ είχες ξεκαθαρίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξεκαθαρίσει
εμείς είχαμε ξεκαθαρίσει
εσείς είχατε ξεκαθαρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξεκαθαρίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ξεκαθαρίσει
εσύ θα έχεις ξεκαθαρίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξεκαθαρίσει
εμείς θα έχουμε ξεκαθαρίσει
εσείς θα έχετε ξεκαθαρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξεκαθαρίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) ξεκαθάριζε
(εσείς) ξεκαθαρίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ξεκαθάρισε
(εσείς) ξεκαθαρίστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ξεκαθαρίζομαι
εσύ ξεκαθαρίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ξεκαθαρίζεται
εμείς ξεκαθαριζόμαστε
εσείς ξεκαθαρίζεστε / ξεκαθαριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεκαθαρίζονται

Παρατατικός

εγώ ξεκαθαριζόμουν / ξεκαθαριζόμουνα
εσύ ξεκαθαριζόσουν / ξεκαθαριζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ξεκαθαριζόταν / ξεκαθαριζότανε
εμείς ξεκαθαριζόμασταν / ξεκαθαριζόμαστε
εσείς ξεκαθαριζόσασταν / ξεκαθαριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεκαθαρίζονταν / ξεκαθαριζόντουσαν

Αόριστος

εγώ ξεκαθαρίστηκα
εσύ ξεκαθαρίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό ξεκαθαρίστηκε
εμείς ξεκαθαριστήκαμε
εσείς ξεκαθαριστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξεκαθαρίστηκαν / ξεκαθαριστήκαν / ξεκαθαριστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ξεκαθαρίζομαι
εσύ θα ξεκαθαρίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεκαθαρίζεται
εμείς θα ξεκαθαριζόμαστε
εσείς θα ξεκαθαρίζεστε / θα ξεκαθαριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεκαθαρίζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ξεκαθαριστώ
εσύ θα ξεκαθαριστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ξεκαθαριστεί
εμείς θα ξεκαθαριστούμε
εσείς θα ξεκαθαριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξεκαθαριστούν / θα ξεκαθαριστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ξεκαθαριστώ
εσύ να ξεκαθαριστείς
αυτός/αυτή/αυτό να ξεκαθαριστεί
εμείς να ξεκαθαριστούμε
εσείς να ξεκαθαριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξεκαθαριστούν / ξεκαθαριστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ξεκαθαριστεί
εσύ έχεις ξεκαθαριστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξεκαθαριστεί
εμείς έχουμε ξεκαθαριστεί
εσείς έχετε ξεκαθαριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξεκαθαριστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ξεκαθαριστεί
εσύ είχες ξεκαθαριστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξεκαθαριστεί
εμείς είχαμε ξεκαθαριστεί
εσείς είχατε ξεκαθαριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξεκαθαριστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ξεκαθαριστεί
εσύ θα έχεις ξεκαθαριστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξεκαθαριστεί
εμείς θα έχουμε ξεκαθαριστεί
εσείς θα έχετε ξεκαθαριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξεκαθαριστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) ξεκαθαρίζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ξεκαθαρίσου
(εσείς) ξεκαθαριστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

ξεκαθαρίζοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας ξεκαθαρίσει

Μετοχή παρακειμένου

ξεκαθαρισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

ξεκαθαρίσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

ξεκαθαριστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.