to whiten, clean white clothes
Πλήρης κλίση του ρήματος ξασπρίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ξασπρίζω
εσύ ξασπρίζεις
αυτός/αυτή/αυτό ξασπρίζει
εμείς ξασπρίζουμε
εσείς ξασπρίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά ξασπρίζουν / ξασπρίζουνε
Παρατατικός
εγώ ξάσπριζα
εσύ ξάσπριζες
αυτός/αυτή/αυτό ξάσπριζε
εμείς ξασπρίζαμε
εσείς ξασπρίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξάσπριζαν / ξασπρίζαν / ξασπρίζανε
Αόριστος
εγώ ξάσπρισα
εσύ ξάσπρισες
αυτός/αυτή/αυτό ξάσπρισε
εμείς ξασπρίσαμε
εσείς ξασπρίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξάσπρισαν / ξασπρίσαν / ξασπρίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ξασπρίζω
εσύ θα ξασπρίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξασπρίζει
εμείς θα ξασπρίζουμε
εσείς θα ξασπρίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξασπρίζουν / θα ξασπρίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξασπρίσω
εσύ θα ξασπρίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξασπρίσει
εμείς θα ξασπρίσουμε
εσείς θα ξασπρίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξασπρίσουν / θα ξασπρίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ξασπρίσω
εσύ να ξασπρίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ξασπρίσει
εμείς να ξασπρίσουμε
εσείς να ξασπρίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξασπρίσουν / ξασπρίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ξασπρίσει
εσύ έχεις ξασπρίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξασπρίσει
εμείς έχουμε ξασπρίσει
εσείς έχετε ξασπρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξασπρίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ξασπρίσει
εσύ είχες ξασπρίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξασπρίσει
εμείς είχαμε ξασπρίσει
εσείς είχατε ξασπρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξασπρίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ξασπρίσει
εσύ θα έχεις ξασπρίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξασπρίσει
εμείς θα έχουμε ξασπρίσει
εσείς θα έχετε ξασπρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξασπρίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ξάσπριζε
(εσείς) ξασπρίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ξάσπρισε
(εσείς) ξασπρίστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ξασπρίζοντας / έχοντας ξασπρίσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
ξασπρισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ξασπρίσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.