Κλίση του ρήματος ξαρμυρίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

ξαρμυρίζω
alternative form of ξαλμυρίζω (xalmyrízo)
Πλήρης κλίση του ρήματος ξαρμυρίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ξαρμυρίζω
εσύ ξαρμυρίζεις
αυτός/αυτή/αυτό ξαρμυρίζει
εμείς ξαρμυρίζουμε
εσείς ξαρμυρίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά ξαρμυρίζουν / ξαρμυρίζουνε

Παρατατικός

εγώ ξαρμύριζα
εσύ ξαρμύριζες
αυτός/αυτή/αυτό ξαρμύριζε
εμείς ξαρμυρίζαμε
εσείς ξαρμυρίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξαρμύριζαν / ξαρμυρίζαν / ξαρμυρίζανε

Αόριστος

εγώ ξαρμύρισα
εσύ ξαρμύρισες
αυτός/αυτή/αυτό ξαρμύρισε
εμείς ξαρμυρίσαμε
εσείς ξαρμυρίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξαρμύρισαν / ξαρμυρίσαν / ξαρμυρίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ξαρμυρίζω
εσύ θα ξαρμυρίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξαρμυρίζει
εμείς θα ξαρμυρίζουμε
εσείς θα ξαρμυρίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξαρμυρίζουν / θα ξαρμυρίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ξαρμυρίσω
εσύ θα ξαρμυρίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξαρμυρίσει
εμείς θα ξαρμυρίσουμε
εσείς θα ξαρμυρίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξαρμυρίσουν / θα ξαρμυρίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ξαρμυρίσω
εσύ να ξαρμυρίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ξαρμυρίσει
εμείς να ξαρμυρίσουμε
εσείς να ξαρμυρίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξαρμυρίσουν / ξαρμυρίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ξαρμυρίσει
εσύ έχεις ξαρμυρίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξαρμυρίσει
εμείς έχουμε ξαρμυρίσει
εσείς έχετε ξαρμυρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξαρμυρίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ξαρμυρίσει
εσύ είχες ξαρμυρίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξαρμυρίσει
εμείς είχαμε ξαρμυρίσει
εσείς είχατε ξαρμυρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξαρμυρίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ξαρμυρίσει
εσύ θα έχεις ξαρμυρίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξαρμυρίσει
εμείς θα έχουμε ξαρμυρίσει
εσείς θα έχετε ξαρμυρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξαρμυρίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) ξαρμύριζε
(εσείς) ξαρμυρίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ξαρμύρισε
(εσείς) ξαρμυρίστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

ξαρμυρίζοντας / έχοντας ξαρμυρίσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

ξαρμυρισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

ξαρμυρίσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.