to clean up the cobwebs
Πλήρης κλίση του ρήματος ξαραχνιάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ξαραχνιάζω
εσύ ξαραχνιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό ξαραχνιάζει
εμείς ξαραχνιάζουμε
εσείς ξαραχνιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά ξαραχνιάζουν / ξαραχνιάζουνε
Παρατατικός
εγώ ξαράχνιαζα
εσύ ξαράχνιαζες
αυτός/αυτή/αυτό ξαράχνιαζε
εμείς ξαραχνιάζαμε
εσείς ξαραχνιάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξαράχνιαζαν / ξαραχνιάζαν / ξαραχνιάζανε
Αόριστος
εγώ ξαράχνιασα
εσύ ξαράχνιασες
αυτός/αυτή/αυτό ξαράχνιασε
εμείς ξαραχνιάσαμε
εσείς ξαραχνιάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξαράχνιασαν / ξαραχνιάσαν / ξαραχνιάσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ξαραχνιάζω
εσύ θα ξαραχνιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξαραχνιάζει
εμείς θα ξαραχνιάζουμε
εσείς θα ξαραχνιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξαραχνιάζουν / θα ξαραχνιάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξαραχνιάσω
εσύ θα ξαραχνιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξαραχνιάσει
εμείς θα ξαραχνιάσουμε
εσείς θα ξαραχνιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξαραχνιάσουν / θα ξαραχνιάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ξαραχνιάσω
εσύ να ξαραχνιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ξαραχνιάσει
εμείς να ξαραχνιάσουμε
εσείς να ξαραχνιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξαραχνιάσουν / ξαραχνιάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ξαραχνιάσει
εσύ έχεις ξαραχνιάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξαραχνιάσει
εμείς έχουμε ξαραχνιάσει
εσείς έχετε ξαραχνιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξαραχνιάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ξαραχνιάσει
εσύ είχες ξαραχνιάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξαραχνιάσει
εμείς είχαμε ξαραχνιάσει
εσείς είχατε ξαραχνιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξαραχνιάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ξαραχνιάσει
εσύ θα έχεις ξαραχνιάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξαραχνιάσει
εμείς θα έχουμε ξαραχνιάσει
εσείς θα έχετε ξαραχνιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξαραχνιάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ξαράχνιαζε
(εσείς) ξαραχνιάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ξαράχνιασε
(εσείς) ξαραχνιάστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ξαραχνιάζομαι
εσύ ξαραχνιάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ξαραχνιάζεται
εμείς ξαραχνιαζόμαστε
εσείς ξαραχνιάζεστε / ξαραχνιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ξαραχνιάζονται
Παρατατικός
εγώ ξαραχνιαζόμουν / ξαραχνιαζόμουνα
εσύ ξαραχνιαζόσουν / ξαραχνιαζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ξαραχνιαζόταν / ξαραχνιαζότανε
εμείς ξαραχνιαζόμασταν / ξαραχνιαζόμαστε
εσείς ξαραχνιαζόσασταν / ξαραχνιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ξαραχνιάζονταν / ξαραχνιαζόντουσαν
Αόριστος
εγώ ξαραχνιάστηκα
εσύ ξαραχνιάστηκες
αυτός/αυτή/αυτό ξαραχνιάστηκε
εμείς ξαραχνιαστήκαμε
εσείς ξαραχνιαστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξαραχνιάστηκαν / ξαραχνιαστήκαν / ξαραχνιαστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ξαραχνιάζομαι
εσύ θα ξαραχνιάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ξαραχνιάζεται
εμείς θα ξαραχνιαζόμαστε
εσείς θα ξαραχνιάζεστε / θα ξαραχνιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξαραχνιάζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξαραχνιαστώ
εσύ θα ξαραχνιαστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ξαραχνιαστεί
εμείς θα ξαραχνιαστούμε
εσείς θα ξαραχνιαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξαραχνιαστούν / θα ξαραχνιαστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ξαραχνιαστώ
εσύ να ξαραχνιαστείς
αυτός/αυτή/αυτό να ξαραχνιαστεί
εμείς να ξαραχνιαστούμε
εσείς να ξαραχνιαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξαραχνιαστούν / ξαραχνιαστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ξαραχνιαστεί
εσύ έχεις ξαραχνιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξαραχνιαστεί
εμείς έχουμε ξαραχνιαστεί
εσείς έχετε ξαραχνιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξαραχνιαστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ξαραχνιαστεί
εσύ είχες ξαραχνιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξαραχνιαστεί
εμείς είχαμε ξαραχνιαστεί
εσείς είχατε ξαραχνιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξαραχνιαστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ξαραχνιαστεί
εσύ θα έχεις ξαραχνιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξαραχνιαστεί
εμείς θα έχουμε ξαραχνιαστεί
εσείς θα έχετε ξαραχνιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξαραχνιαστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ξαραχνιάζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ξαραχνιάσου
(εσείς) ξαραχνιαστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ξαραχνιάζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ξαραχνιάσει
Μετοχή παρακειμένου
ξαραχνιασμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ξαραχνιάσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ξαραχνιαστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.