Κλίση του ρήματος ξαποσταίνω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

ξαποσταίνω
to rest, pause
Πλήρης κλίση του ρήματος ξαποσταίνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ξαποσταίνω
εσύ ξαποσταίνεις
αυτός/αυτή/αυτό ξαποσταίνει
εμείς ξαποσταίνουμε
εσείς ξαποσταίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά ξαποσταίνουν / ξαποσταίνουνε

Παρατατικός

εγώ ξαπόσταινα
εσύ ξαπόσταινες
αυτός/αυτή/αυτό ξαπόσταινε
εμείς ξαποσταίναμε
εσείς ξαποσταίνατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξαπόσταιναν / ξαποσταίναν / ξαποσταίνανε

Αόριστος

εγώ ξαπόστασα
εσύ ξαπόστασες
αυτός/αυτή/αυτό ξαπόστασε
εμείς ξαποστάσαμε
εσείς ξαποστάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξαπόστασαν / ξαποστάσαν / ξαποστάσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ξαποσταίνω
εσύ θα ξαποσταίνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξαποσταίνει
εμείς θα ξαποσταίνουμε
εσείς θα ξαποσταίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξαποσταίνουν / θα ξαποσταίνουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ξαποστάσω
εσύ θα ξαποστάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξαποστάσει
εμείς θα ξαποστάσουμε
εσείς θα ξαποστάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξαποστάσουν / θα ξαποστάσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ξαποστάσω
εσύ να ξαποστάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ξαποστάσει
εμείς να ξαποστάσουμε
εσείς να ξαποστάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξαποστάσουν / ξαποστάσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ξαποστάσει
εσύ έχεις ξαποστάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξαποστάσει
εμείς έχουμε ξαποστάσει
εσείς έχετε ξαποστάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξαποστάσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ξαποστάσει
εσύ είχες ξαποστάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξαποστάσει
εμείς είχαμε ξαποστάσει
εσείς είχατε ξαποστάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξαποστάσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ξαποστάσει
εσύ θα έχεις ξαποστάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξαποστάσει
εμείς θα έχουμε ξαποστάσει
εσείς θα έχετε ξαποστάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξαποστάσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) ξαπόσταινε
(εσείς) ξαποσταίνετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ξαπόστασε
(εσείς) ξαποστάστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

ξαποσταίνοντας / έχοντας ξαποστάσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

ξαποστασμένος, -η, -o / ξαποσταμένος, ‑η, ‑o

Απαρέμφατο

ξαποστάσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.